AITA STORIES – Έγινα ο λογιστής της παρέας στις διακοπές και με είπαν τσίπη

Ας ξεκινήσω, λοιπόν, την ιστορία μου όσο πιο αντικειμενικά μπορώ, γιατί πραγματικά δεν ξέρω αν ήμουν εγώ το πρόβλημα ή απλώς αντέδρασα υπερβολικά. Είμαι 32 χρονών και ζω στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια. Τα τελευταία τρία χρόνια είχα μια κοινή παρέα με τον Κώστα και τον Βασίλη. Τον Κώστα τον γνώρισα σε μια δουλειά παλιότερα, τον Βασίλη μέσω του Κώστα, και από την αρχή “έδεσε” μεταξύ μας—τόσο που κάθε Πέμπτη βγαίναμε οι τρεις μας, είτε για ποτά είτε απλά για να κάτσουμε σε κάποιο σπίτι.

Φέτος τον Μάρτιο αποφασίσαμε να κλείσουμε μαζί διακοπές για το Πάσχα. Ενώ συνήθως κάνουμε οικονομικά πράγματα, ο Κώστας πρότεινε να νοικιάσουμε μια ωραία βίλα στην Πάρο, με πισίνα, κι ας το πάρουμε λίγο πιο “λούξ”. Ήμουν λίγο διστακτικός, γιατί το budget μου ήταν ζόρικο, αλλά τελικά συμφώνησα, μιας και είχαν όλοι ενθουσιαστεί και σκέφτηκα “πόσο συχνά το κάνουμε;”.

Η αρχή της έντασης ξεκίνησε στη φάση που συζητάγαμε τα έξοδα. Εγώ ήμουν ο πιο “ψείρας”, ήθελα να κρατήσουμε μια λίστα με το ποιος πληρώνει τι, να τα μοιράσουμε σωστά στο τέλος κλπ. Ο Κώστας το θεώρησε βαρετό και είπε ότι θα μετρήσουμε στο τέλος χοντρικά. Από εκεί, ήδη ντράπηκα ότι κάνω τον λογιστή της παρέας και υποχώρησα, αλλά από την άλλη, δεν μου άρεσε να με περνάνε για “τσίπη”. Είπα, “εντάξει, δεν πειράζει, ας δείξω λίγο εμπιστοσύνη”.

Την πρώτη κιόλας μέρα που φτάσαμε στην Πάρο, είδα πραγματικά ενθουσιασμό: ο Βασίλης κατευθείαν πρότεινε να παραγγείλουμε φαγητό απ΄έξω, ο Κώστας ήθελε ακριβά ποτά, και τελικά πήγαμε σε εστιατόριο, όχι ιδιαίτερα οικονομικό. Πρόσφεραν να πληρώσουν το μεγαλύτερο μέρος και εγώ έδωσα λιγότερα, αλλά συμφωνήσαμε πως σε άλλες εξόδους θα πληρώσω εγώ τα περισσότερα.

Την επομένη, όμως, συνειδητοποίησα πως αυτό το “διατηρήσουμε λογαριασμό στο περίπου” δεν δουλεύει—ούτε εγώ, ούτε οι άλλοι κρατήσαμε ποτέ στίγμα του πόσα πλήρωσε ο καθένας. Άρχισα να νιώθω άβολα, γιατί έβλεπα ότι εγώ συνήθως τελικά, σε μικρές καθημερινές αγορές (νερά, τρόφιμα, φρούτα, μεζεδάκια), έβαζα από την τσέπη μου και σχεδόν ποτέ δεν μου λέγανε να βάλουν οι άλλοι. Το είπα μια φορά ξεκάθαρα: “Παιδιά, να κάνουμε κάνα λογαριασμό όταν γυρίσουμε;”. Ο Κώστας το πήρε σαν αστείο (“Σιγά ρε, ήρθαμε να περάσουμε καλά!”), αλλά παρατήρησα ότι ο Βασίλης λίγο μαζεύτηκε μετά.

Παρόλα αυτά, προσπάθησα να μην το αφήσω να χαλάσει το κλίμα. Λέω, “έλα μωρέ, τι ψιλολογώ τώρα, δεν θα γκρινιάζω όλη την ώρα”. Αλλά κάπου με έτρωγε. Πήγαμε στην παραλία, ξοδέψαμε και για ξαπλώστρες και, πάλι, εγώ έδωσα πρώτος χρήματα “για όλους” γιατί οι άλλοι είτε δεν πρόλαβαν, είτε δεν είχαν ψηλά. Μετά πήραμε παγωτά και πάλι έδωσα εγώ. Γενικά, άρχισα να νιώθω ότι “τραβάω κουπί”, έστω κι αν δεν ήταν πολλά τα λεφτά κάθε μέρα.

Έφτασε η προτελευταία μέρα, όπου τελικά μάζεψα κουράγιο και το έθεσα πιο ξεκάθαρα. Είπα: “Παιδιά, δεν θέλω να φανώ σπαστικός, αλλά έχω δώσει αρκετά αυτές τις μέρες, και θα’ ναι καλό να κάνουμε μια μοιρασιά στο τέλος. Δεν θέλω παρεξηγήσεις, απλά είμαι λίγο στριμωγμένος.” Ο Κώστας το πήρε άσχημα. Είπε “Πάλι με τα λεφτά; Δεν έχεις καταλάβει ότι έτσι χαλάς τη φάση; Αν ήταν έτσι να μείνουμε σπίτια μας!”. Ο Βασίλης πάλι είπε ότι με καταλαβαίνει, αλλά το είχε θεωρήσει αυτονόητο πως θα τα βρούμε στο τέλος και δεν ανησύχησε.

Για ένα βράδυ μιλάγαμε με μισόλογα, ο Κώστας είχε ξενερώσει εντελώς, κι εγώ ένιωθα ακόμα πιο άσχημα, γιατί σκέφτηκα ότι ίσως όντως να είμαι ο “τσίπης” παρέας. Όμως, από την άλλη, δεν μπορώ να το καταπιώ έτσι αβίαστα: έδωσα παραπάνω, ίσως πάνω από τις δυνατότητές μου, και ένιωθα έξω απ’ τα νερά μου. Ταυτόχρονα, μ’ έπιασαν τύψεις στη σκέψη ότι χάλασα το κλίμα για ένα πενηντάρικο πάνω-κάτω.

Όταν τελειώσαμε τις διακοπές και γυρίσαμε Αθήνα, παρόλο που καθίσαμε και βγάλαμε κάτι πρόχειρους λογαριασμούς (δεν βγήκε ακριβώς δίκαιο, αλλά είπα να μην επιμείνω), ο Κώστας συνέχισε να μου κρατάει μούτρα, και πλέον με αποφεύγει. Ο Βασίλης λέει ότι δεν είπα τίποτα τρελό, και πως απλώς ο Κώστας δεν αντέχει να του χαλούν την ατμόσφαιρα. Κι εγώ τώρα, τρεις μήνες μετά, δεν ξέρω ακόμα αν άξιζε να το πω ή αν έπρεπε να το αφήσω να περάσει. Αισθάνομαι λίγο μαλάκας που “έγινα λογιστής” της φάσης, απ’ την άλλη φοβάμαι μήπως όντως τους έβαλα όλους στη δύσκολη θέση.

Γιατί, εντάξει, το καταλαβαίνω: όλοι λέμε ότι το σημαντικό είναι η παρέα, και “ποιος δίνει πέντε ευρώ παραπάνω”, αλλά όταν εμένα με σφίγγει, κι όταν βλέπω συνέχεια να είμαι από αυτούς που πληρώνουν τα μικροποσά και στο τέλος δεν γίνεται ποτέ αληθινή μοιρασιά, με πειράζει. Πόσο μάλλον όταν βλέπω ότι το αντιλαμβάνομαι μόνο εγώ ως θέμα!

Νιώθω ακόμα ενοχές που δεν ήμουν πιο χαλαρός, από την άλλη βέβαια, δεν καταλαβαίνω γιατί όσοι ζητάμε να μας δοθούν τα αυτονόητα να πρέπει να αισθανόμαστε εμείς “κακοί της ιστορίας”.

Οπότε, AITA που αντέδρασα έτσι; Μήπως όντως εγώ χάλασα το κλίμα χωρίς λόγο;

Αυτή την ιστορία μάς την έστειλε ο Μάριος.