Τρομακτικές Ιστορίες – Το φως κάτω από την πόρτα

Δεν ξέρω αν έχει τύχει ποτέ να νιώσεις ότι κάτι στη ζωή σου γλιστράει αργά από τη ρουτίνα προς κάτι παράξενο, χωρίς όμως κανένα προφανές σήμα κινδύνου. Ήταν τέλη του Οκτώβρη, βράδυ καθημερινής, και όλα ήταν όπως σχεδόν κάθε βράδυ τον τελευταίο καιρό· γύρισα στο διαμέρισμα κουρασμένος, άφησα το μπουφάν στην καρέκλα του τραπεζιού, και πήγα κατευθείαν στην κουζίνα να βάλω κάτι να φάω, τις γνωστές τορτίγιες από το περίπτερο κάτω και λίγο τυρί. Ο καιρός είχε γύρει, η υγρασία κολλούσε στους τοίχους.

Την ίδια ώρα, ο κάτω γείτονας – ο κύριος Διονύσης, συνταξιούχος ναυτικός – άκουγε πάλι Ρέμο στην πρέσα. Ανοιχτά παράθυρα, καμία ελπίδα ησυχίας πριν τις έντεκα. Οπότε, στο σαλόνι, άναψα το μοναδικό μικρό πορτατίφ δίπλα στον καναπέ, έβαλα φαγητό σε ένα πιάτο και κάθισα να φάω με την τηλεόραση ανοιχτή, απλώς για τον ήχο.

Ξεκίνησαν τα περίεργα στη μέση ενός καθαρά συνηθισμένου δευτερολέπτου. Ενώ άλλαζα κανάλια, το τηλεκοντρόλ έκανε κάτι περίεργα. Πάταγα το βελάκι κάτω και πήγαινε πάνω ή αριστερά, μετά ξανά κάτω, και κάποιες φορές η τηλεόραση πάγωνε και μετά άνοιγε τυχαία την ένταση. Νόμιζα χάλασε η τηλεόραση ή είχαν τελειώσει οι μπαταρίες, αλλά όταν το άφησα στον καναπέ, μόλις το ακούμπησα, ο ήχος σταμάτησε απότομα στη μέση ενός τραγουδιού, και όλο το διαμέρισμα έπεσε σε μία απόλυτη ησυχία. Ο Ρέμος, ο ανεμιστήρας στο μπάνιο, οι απέναντι, μέχρι κι ο δρόμος. Κανένα αυτοκίνητο.

Δοκίμασα να ακούσω το παραμικρό, αλλά εκείνο το κενό ήταν βαρύ, σαν κάτι να κρατούσα τη μύτη μου κάτω από το νερό. Μόνο η ανάσα μου, και ένα ρολόι που δούλευε κουρασμένο. Πριν κουνηθώ, ακούστηκε κάτι πολύ σιγανό, κάτι που δεν μπορούσα με τίποτα να πω τι ήταν. Σαν ένας ψίθυρος ή τραύλισμα που έμοιαζε να έρχεται πίσω απ’ τον τοίχο του υπνοδωματίου. Αρχικά απόρησα γιατί δεν άκουγα τίποτα άλλο· ο Διονύσης δεν είχε κλείσει ποτέ του σταθμό τόσο νωρίς. Και το ψιθύρισμα συνεχιζόταν, επίμονο, σταθερό, χωρίς καμία παύση.

Σηκώθηκα, σχεδόν χωρίς να το ελέγξω. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί. Προχώρησα στον διάδρομο, κι όσο πλησίαζα την κλειστή πόρτα του υπνοδωματίου, ο ήχος γινόταν ελαφρώς πιο καθαρός – πάντα ακατανόητος. Εκείνη τη στιγμή, όμως, πάγωσα. Παύση βαθιά, σαν να κοιτάς κάτι που σε κοιτάει πίσω. Δεν θυμάμαι ποτέ ξανά στη ζωή μου να κατάλαβα τόσο έντονα ότι ήμουν μόνος στο διαμέρισμα, αλλά ταυτόχρονα κάτι περίμενε, εκεί πίσω απ’ την πόρτα.

Δεν άνοιξα. Απλώς ακούμπησα το χέρι μου στον τοίχο, λες και θα ένιωθα αν κουνιέται, κι ο παλμός μου χτυπούσε στα δάχτυλα. Δεν ξέρω πόση ώρα στεκόμουν εκεί. Ίσως λεπτό, ίσως πέντε. Το ψιθύρισμα συνεχιζόταν – μερικές στιγμές σχεδόν έμοιαζε με φωνή, σα να προσπάθησε μια λέξη να ειπωθεί, μα ξεχνούσε κάθε γραμματική.

Γύρισα κουτσά στραβά στο σαλόνι, έκλεισα με τρεμάμενα δάχτυλα το φως, και στάθηκα ακίνητος. Όλα ήσυχα πάλι. Δεν ξέρω ανάμεσα σε εκείνη την πρώτη στιγμή και το παρακάτω τι έκανα, μόνο ότι ξαφνικά άκουσα τη λάμπα του σαλονιού να τρεμοπαίζει. Άναψε μόνη της, έκανε ένα “τικ” μεταλλικό, σαν ήχο από παλιό κινητήρα που ξεκινάει στο σκοτάδι. Και τότε κατάλαβα πως η ησυχία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ασφάλεια.

Σκέφτηκα να βγω για τσιγάρα, απλώς για να ‘χω λόγο να φύγω, αλλά το αγορασμένο πακέτο πάνω στο τραπέζι με κοίταζε – άφθαρτο, σαν να τό ‘βαλε κάποιος εκεί για να γελάσει. Δεν άναψα. Αντί γι’ αυτό, πήγα να βάλω νερό στην κουζίνα. Τη σιγή διέκοπτε μονάχα ένα μικρό τρίξιμο από το ντουλάπι κάτω από τον νεροχύτη. Ξέρεις, εκεί που κρατάω τις σακούλες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι τράνταξε, λες και κάποιος κουνούσε το πόμολο απαλά – όχι δυνατά, μόνο τόσο ώστε να το νιώσεις πίσω στη ραχοκοκαλιά. Δεν πλησίασα.

Επέστρεψα στο διάδρομο, όπου είδα για πρώτη φορά εκείνο το φως· μια ανταύγεια κάτω από την πόρτα του υπνοδωματίου, απόλυτα σταθερή, άσπρη, ψυχρή. Δεν έχω καμία λάμπα που να βγάζει τέτοιο φως εκεί μέσα. Αλλά ήταν εκεί, σαν γραμμή από χιόνι στη ρίζα της πόρτας. Το ψιθύρισμα είχε σταματήσει. Ησυχία, μόνο ένα ελαφρύ βόμβο, σχεδόν σαν ο αέρας να είναι φορτισμένος, μα όχι ηλεκτρικός· ανθρώπινος, βαριά αναπνοή ίσως, από κάποιον που κρύβεται και δεν θέλει να αναπνεύσει δυνατά.

Αν ζορίσω το μυαλό μου, νομίζω θυμάμαι αμυδρά ότι στάθηκα με το αυτί κολλημένο στην πόρτα, μόνο για μια στιγμή. Και νόμιζα πως από τη μέσα μεριά κάτι ξηρό, κάτι σαν νύχι πάνω σε ύφασμα, έσυρε μια μικρή, προσεκτική γραμμή. Μηχανικά, έβαλα το χέρι στο πόμολο. Ένιωθα το παγωμένο μέταλλο να με καίει, κι όμως, δεν το άνοιξα.

Αντίθετα, έμεινα ακούνητος, σκεφτόμενος: αν ανοίξω, θα έχεις κάπου να πας αν δεν υπάρχει τίποτα πίσω από την πόρτα; Και αν υπάρχει; Κάτι μικρό, κάτι παγωμένο, κάτι που προσποιείται ότι μοιάζει με εσένα όταν λείπεις από το σπίτι;

Δεν ξέρω πόσο κράτησα το χέρι μου εκεί. Όταν τελικά τράβηξα πίσω τα δάχτυλά μου, το φως κάτω από την πόρτα άρχισε να υποχωρεί σαν παλίρροια. Ξαφνικά, όλοι οι ήχοι της πολυκατοικίας επέστρεψαν: Ρέμος να μουρμουρίζει, απέναντι να καβγαδίζουν, κάποιο μηχανάκι στο φανάρι. Όλα μαζί, λες και κάποιος μάζεψε το σκοτάδι μέσα σε μια σακούλα και το πέταξε.

Την επόμενη μέρα άλλαξα κλειδαριά. Το υπνοδωμάτιο, όμως, δεν το ξανακλείδωσα ποτέ. Πλέον κοιμάμαι με τις πόρτες ανοιχτές, και μόλις σκοτεινιάσει, ποτέ δεν ακουμπάω στον τοίχο του διαδρόμου. Κάθε τόσο, το ίδιο φως με επισκέπτεται, ένα σημάδι κάτω από την πόρτα, μια ανάσα που δεν περιμένεις. Και κάτι ακόμα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αλέξης.