Τρομακτικές Ιστορίες – Το Σπίτι στο Δρόμο για το Πήλιο

Θα σου πω μια ιστορία που δεν την έχω μοιραστεί ποτέ φωναχτά, για να πω την αλήθεια, ίσως επειδή πάντα τη φοβόμουν κι εγώ ο ίδιος. Ήταν γύρω στο τέλος του φθινοπώρου, έχουν φύγει οι τουρίστες, τα χωριά σε εκείνον τον δρόμο για το Πήλιο είχαν μείνει μισοάδεια. Δούλευα τότε σε μία μικρή διαφημιστική και ανέλαβα ένα project για ένα ενοικιαζόμενο σπίτι, λέει να περάσω να τραβήξω κάτι φωτογραφίες να τις ανεβάσουμε στη σελίδα. Τρίτη μεσημέρι, λοιπόν — θυμάμαι χαρακτηριστικά, είχε ένα κρύο ψιλοβροχής, το φως μπλε-grey, ο αέρας μύριζε φύλλα σαπισμένα και καπνό από τα τζάκια.

Το σπίτι ήταν ένα από τα τελευταία στη σειρά, τετραγωνιστό, παλιό, με λίγο αυλόγυρο μπροστά. Η πόρτα ξεκλείδωτη, όπως μου είχαν πει, «να μπεις, να βγάλεις καμιά φωτογραφία στο φως της μέρας, γιατί μετά τη δύση είναι μουντά». Μπήκα ήσυχα, είπα κι ένα χαμηλό «καλημέρα» μην τυχόν είχαν μείνει μέσα οι ιδιοκτήτες. Τίποτα. Στο εσωτερικό μύριζε σαν ρούχο που μένει κλεισμένο καιρό σε κασελόνα — ξέρεις, αυτή η γλυκόπικρη, βαριά υγρασία.

Εκεί άρχισαν τα παράξενα. Στην αρχή, είναι αστείο — φαντάζεσαι απλώς πως είναι ένα παλιό σπίτι που τρίζει. Αλλά έπιασα τον εαυτό μου να στέκεται στην κουζίνα, και να νιώθει, όχι να ακούει, σαν κάτι να υπάρχει πίσω απ’ την πόρτα για το υπόγειο. Μια ανεπαίσθητη δόνηση στον αέρα, σαν να περίμενε κάτι να κατέβει κάτω. Δεν πλήρωσα σημασία. Βγάζω φωτογραφίες — μπάνιο, καθιστικό, δωμάτια. Όλα βαριά ντυμένα με κουρτίνες, σκονισμένες επιφάνειες. Περνάω στον διάδρομο για να βγάλω το μεγάλο παράθυρο, εκείνο με θέα το βουνό — και τότε ακούω μια πόρτα να τρίζει πολύ αργά.

Εγώ ήμουν μόνος, αυτό ήταν σίγουρο. Σταμάτησα, ακούμπησα τη φωτογραφική, και πήγα να δω. Η πόρτα για ένα μικρό δωμάτιο αποθήκης, που πριν την είχα δει κλειστή, τώρα είχε μισανοίξει. Μέσα σκοτάδι πυκνό, ο ήλιος δεν έφτανε καν ως το περβάζι. Κοίταξα μέσα, τίποτα. Ενώ γυρνούσα, ο ήχος του δαπέδου από πίσω μου ήταν σαφώς βαρύτερος, πολύ πιο έντονος απ’ ότι του δικού μου βήματος. Άκου μόνος σου: τα δάπεδα αυτά τρίβουν κάθε βήμα, τα ξεχωρίζεις. Στάθηκα ακίνητος μια στιγμή. Τίποτα. Λέω, φαντασία, ο αέρας που τρυπώνει κάπου απ’ το πίσω παράθυρο.

Φεύγω πιο γρήγορα από το κανονικό τώρα — ολοκληρώνω τις φωτογραφίες, πατώ λίγο πιο γρήγορα μήπως και φτιάξω την ατμόσφαιρα μόνος μου. Ένας τρίτος ήχος όμως, πιο σιγανός, κάπου ανάμεσα σε ψίθυρο και θρόισμα, ακούγεται πάλι, αυτή τη φορά μέσα απ’ τον τοίχο. Η καρδιά μου αρχίζει να βαράει. Δεν ξέρω αν τα καταλαβαίνει άλλος κόσμος αυτά, αλλά κάπως, όταν είσαι μόνος και δεν έχει άλλο ήχο πέρα απ’ αυτόν, ξέρεις βαθιά μέσα σου αν είναι αληθινό ή αν είναι παιχνίδι νου.

Σηκώνω λίγο ακόμη το θάρρος μου, πάω προς το παράθυρο στον διάδρομο. Ο ουρανός έχει βαρύνει, το μέρος γεμίζει σκιές. Κοντοστέκομαι, και κατεβάζω μηχανικά το χέρι μου πάνω στο περβάζι — παγωμένο, μουσκεμένο. Εκεί, κάτω απ’ το παράθυρο, βλέπω από τη γωνιά του ματιού μου κάτι. Μία μαύρη σκιά. Λεπτή, όχι ξεκάθαρη, σαν κηλίδα. Στην αρχή νομίζω είναι βρωμιά ή το σχήμα του ήλιου που πέφτει παράξενα, αλλά όσο στέκομαι εκεί, τεντώνω το βλέμμα και δεν αλλάζει τίποτα. Η σκιά δεν μετακινείται. Δεν αποδομείται.

Πριν προλάβω να τραβήξω το βλέμμα μου, μέσα στη σιγαλιά, ακούγεται ένα βαθύ αναστεναγμό, βαρύς, σαν να τον άφησαν μέσα από στήθος που δεν ανέπνεε για πολύ καιρό. Τα ρίγη στα χέρια — δεν έβλεπα πια καθαρά, αλλά ήξερα πως κάτι βγήκε από εκεί που ήταν η σκιά. Και δεν ήταν για εμένα. Αντί να κινηθώ, παγώνω, και ακούω κάτι να πλησιάζει πίσω μου, βαριά, θλιμμένα — όχι θυμωμένα, παρά μονάχα παγωμένα. Τα χείλη μου τρέμουν, δεν μιλάω. Εκείνη τη στιγμή πέρασε ένας ήχος, όχι φυσικός: τοτέμ που πέφτει σε ξύλο, τρίξιμο που βγαίνει απ’ τη γη μάλλον, και όχι απ’ τον αέρα.

Γύρισα το κεφάλι μου, κυριολεκτικά μια σπιθαμή, και είδα — όχι με το μάτι αλλά με το ένστικτο εκείνο το προϊστορικό — πως υπήρχε μια παρουσία στον χώρο, ανάμεσα σε φως και σκοτάδι. Δεν είδα ποτέ ξεκάθαρα κάτι, όμως είχα την αίσθηση πως ήμουν παρείσακτος, πως δεν έπρεπε να βρίσκομαι εκεί, πως κάποιος άλλος ήθελε να μείνει μόνος, μ’ εκείνες τις κουρτίνες και τη μουχλιασμένη υγρασία τους.

Έφυγα χωρίς να βιαστώ, προσπαθώντας να μη δώσω την εντύπωση πως τρέχω. Στην έξοδο, άφησα την πόρτα ανοιχτή, όπως τη βρήκα, κι ούτε καν έβαλα το χέρι πίσω μου. Κράτησα το κεφάλι μου χαμηλωμένο, σα να μ’ έστελναν έξω ευγενικά, αλλά σταθερά. Έτρεμα σα το φύλλο ως να μπω στο αμάξι.

Όταν ανέβηκα στον δρόμο, έριξα μια ματιά απ’ τον καθρέφτη. Το σπίτι φαινόταν άδειο όπως ήταν, μόνο που τώρα τα παράθυρα —ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε— ήταν σαν να ‘χαν θολώσει με μια σκιά πιο σκούρα κι από το σκοτάδι του δειλινού. Δεν μπήκα ξανά μέσα, δεν ζήτησα τα λεφτά της δουλειάς, δεν ξαναμίλησα γι’ αυτό το σπίτι. Όποιος κι αν ήταν εκεί, το ήθελε μονάχο και ήξερε να το δείχνει.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.