Δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο εκείνη η μέρα – από αυτές που ξυπνάς, πίνεις τον καφέ σου μισοκοιμισμένος κι έχεις μπροστά σου ένα τσουβάλι Σάββατο μεσημέρι. Η αδερφή μου θα ανέβαινε στο χωριό, οπότε έμεινα μόνος στο σπίτι των γονιών, ν’ανάψω τζάκι και να χουζουρέψω όπως έκανα παιδί. Σε όποιον το πω, γελάει – πάντα είχα ένα θέμα με τα παλιά σπίτια, όχι από κείνα τα «φαντασμάτα» που αρέσουν στους μισούς αλλά από αυτή τη βουή, το πώς «κρατούν» τον καιρό μέσα στους τοίχους – μυρωδιές, υγρασία, και κάτι άλλο που ποτέ δεν ήξερα να το πω.
Ο ήλιος μ’έπιασε στο μπαλκόνι να ξεφυλλίζω ειδήσεις απ’το κινητό, τα τζιτζίκια ακουγόντουσαν σαν να είχαν κάνει πάρτι, όταν το παρατήρησα για πρώτη φορά. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τις σκιές. Στον δρόμο έξω, εκεί που ο ασβέστης κάνει τα νερά στον τσιμέντο να φαίνονται σκοτεινά, είδα ένα ανοιχτόχρωμο σχήμα, παντελώς άσχετο, στέκει ακίνητο για ώρα – θα ‘λεγες, μοιάζει με τον λεκέ που αφήνει ένα ποτήρι στο μάρμαρο. Κανείς δεν περνούσε, όμως εγώ την κοίταζα την κηλίδα, ενώ ούτε φύλλο δεν κουνιόταν. Έκανα να το βγάλω απ’το μυαλό μου – τα παλιά σπίτια όλα τα τρως αλλιώς, κι η φαντασία δουλεύει.
Το απόγευμα πήγα να κατεβάσω κάτι παλιά πράγματα από το «κατώι», το κάτω δωμάτιο που πάντα τρίζουν οι σκάλες του. Μάνα μου μ’είχε προειδοποιήσει, «πρόσεχε μη σου πέσει τίποτα στο κεφάλι». Είχε εκείνη τη μυρωδιά της κλεισούρας, ξύλο, πέτρα και κάτι ξινό που ποτέ κανείς δεν πάει να ψάξει τι είναι. Όσο άνοιγα τα ντουλάπια κι έψαχνα, τα φώτα τρεμόπαιζαν ανεπαίσθητα. Κοίταξα τον διακόπτη, κανονικός ήταν, αλλά τα φώτα παράξενα να θαμπώνουν και να δυναμώνουν όπως όταν γυρίζεις το ράδιο σε σταθμό που ‘χει παράσιτα.
Άφησα τη δουλειά κι ανέβηκα στο σαλόνι. Έξω σουρούπωνε. Κάθισα στον καναπέ με μια γλυκιά ζάλη, παίζοντας αφηρημένα με τα κλειδιά στο χέρι. Τότε άκουσα το πρώτο. Ένα τικ-τικ-τικ από την πόρτα της κουζίνας, σαν να πρόλαβε το ρεύμα να τη χτυπήσει ελαφρά τρεις φορές. Πετάχτηκα – το σπίτι έχει διπλά τζάμια, ποτέ δεν ανοίγουν με τον αέρα. Πήγα, έριξα μια ματιά, όλα τακτοποιημένα. Μόνο που, για μια στιγμή, πρόσεξα πως ένα καδράκι στον τοίχο είχε γείρει λίγο. Το ίσιωσα χωρίς να το σκεφτώ.
Πήρε να νυχτώνει και η ησυχία έπεσε βαθύτερη, από εκείνες που σε πιέζουν στα αυτιά. Τα μισά φώτα αναμμένα, το φως του ψυγείου το μόνο δυνατό μέσα στο σπίτι. Έκανα να πάω να πλύνω το πρόσωπό μου και τότε… το νερό έτρεξε πιο βρώμικο από κάθε φορά, καφέ, σαν χώμα διαλυμένο. Έκλεισα βιαστικά τη βρύση, μάλλον πρόβλημα στη δεξαμενή, είπα.
Η ησυχία γύρισε με βάρος στα στήθια. Διπλοκλείδωσα. Το μόνο που ήθελα ήταν να πέσω να κοιμηθώ, να περάσει το βραδάκι χωρίς άλλα παρατράγουδα.
Πάνω στον ύπνο, δεν ξέρω τι με ξύπνησε – ήχος ή αίσθημα, δεν ξεδιαλύνεις ποτέ όταν ξυπνάς απότομα. Ένα πολύ χαμηλό γουργουρητό, όχι ανθρώπινο ακριβώς, σαν μέταλλο που σέρνεται ή σαν νερό που περνάει κάτω από το σπίτι. Καθόμουν με τα μάτια καρφωμένα στο σκοτάδι, μέχρι που τα αναγνωρίζεις σιγά-σιγά τα πράγματα – τον καθρέφτη, τα ρούχα που άφησες στην καρέκλα, ένα σκοινάκι που περισσεύει κάτω απ’ το πλαίσιο. Έκανα να πιάσω το κινητό, αλλά η μπαταρία είχε τελειώσει. Ησυχία.
Ξάπλωσα ξανά. Δεν είχε περάσει ώρα, όταν άκουσα βήματα. Όχι βαριά, όπως όταν οι γονείς πλησίαζαν στην πόρτα μου, αλλά ελαφριά, σαν κάτι να σέρνεται στις σανίδες – το πάτωμα έτριξε απαλά, σύρθηκε ένα παλιό σκουριασμένο πράγμα, και ύστερα σιωπή. Έμεινα παγωμένος, λες και κάθε νεύρο περίμενε να κάνει κάποιος το επόμενο βήμα. Τα μάτια μου είχαν πιάσει το σχήμα της ανοιχτής πόρτας, το αμυδρό φως του φεγγαριού από το παράθυρο απέναντι, κι ένα σκούρο σημαδάκι ακριβώς στη γωνία – λες και το πάτωμα έκανε κοιλιά εκεί που δεν το θυμόμουν. Έκανα να στρέψω κι άλλο το κεφάλι, έσπασε το κρεβάτι μια φορά — ξανά, εκείνο το τικ-τικ.
Πέρασε ένα άγνωστο πόσο, όταν το παρατήρησα. Η κουρτίνα στο παράθυρο κουνήθηκε απαλά, κόντρα στον αέρα – λες να φύσηξε; Το σχήμα στη γωνία είχε μεγαλώσει — ή το φως είχε μικρύνει; Σε μια λάμψη, διέκρινα κάτι λευκό να διαγράφεται στο πάτωμα, κι ύστερα τίποτα. Ανακάθισα, ολόκληρος καρφωμένος στη θέση μου. Τότε ήταν που άκουσα το κινητό μου, κλειστό ακόμα, να κάνει τον ήχο της ειδοποίησης μέσα στο σκοτεινό διπλανό δωμάτιο. Ξέρεις αυτό τον ήχο, σαν να τρέμει το τζάμι πίσω από την πόρτα.
Δεν τόλμησα να βγω. Κάτι, κάπως, έπρεπε να είναι έξω απ’ το δωμάτιο, ακίνητο εκεί στο διάδρομο. Άκουσα αργές, σταθερές ανάσες, που έσπαγαν σε ρυθμό, σαν να προχωρούσε κάποιος δίπλα στον τοίχο μα δεν πατούσε γερά. Το φως από το διάδρομο έσβησε. Μετά ακούστηκε ένα τρίξιμο — το ξύλο στο παλιό κομοδίνο που το ‘ξερα πώς βγάζει ήχο όταν κάποιος το ξύνει με το νύχι. Δεν κουνήθηκα. Το κινητό επανέλαβε τον ήχο. Αυτή τη φορά πιο κοντά. Η θήκη του κινητού μου, είχα την αίσθηση πως άνοιξε.
Δεν ξέρω τι ώρα πέρασε. Κάποια στιγμή, ξύπνησα πάλι απ’το φως του πρωινού, με το μονό φως της λάμπας να αναβοσβήνει. Το καδράκι στην κουζίνα είχε κυλήσει στο πάτωμα, το σκοινάκι κάτω απ’το κρεβάτι μου ήταν ανοιγμένο στη μέση του δωματίου, και το κινητό μου κανονικά κλειστό κι αδύναμο, όπως το άφησα.
Δεν το ξεπέρασα. Πλέον, όταν πάω στο πατρικό και πέφτει ησυχία, το ακούω ακόμα να τρίβεται στο πάτωμα, να βαραίνει το φως. Κανείς δεν βρίσκει τίποτα — εκτός από κείνο το σημάδι στη γωνία, που με τα χρόνια όλο και μεγαλώνει. Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρία.