Τρομακτικές Ιστορίες – Το μισάνοιχτο σπίτι στο στενό της Παυλίνας

Τα απογεύματα στη γειτονιά μου έχουν πάντα μια παράξενη ρευστότητα, ειδικά στα τέλη του φθινοπώρου, όταν ο ήλιος κατεβαίνει νωρίς και υπάρχει αυτή η σιωπή που σαν να βαραίνει τα σπίτια. Είχα σχολάσει από τη δουλειά λίγο νωρίτερα εκείνη τη μέρα, ήθελα να περάσω απ’ το ταχυδρομείο πριν κλείσει, κι έτσι βρέθηκα να περπατάω μόνη στο στενό της Παυλίνας, που συνήθως αποφεύγω επειδή είναι μισοκατεστραμμένο και γεμάτο λακκούβες. Εκείνη τη μέρα όμως, δεν ξέρω, το διάλεξα σχεδόν μηχανικά, ίσως γιατί ήθελα να κοντοσταθώ στο ψιλικατζίδικο της γωνίας να πάρω τσιγάρα.

Στην αρχή δεν παρατήρησα τίποτα παράξενο, εκτός ίσως από μια μυρωδιά βρεγμένου ξύλου από κάποια αποθήκη, και μια γάτα που μπήκε φευγαλέα κάτω από ένα χαλασμένο αμάξι. Ο ήλιος είχε ήδη χαμηλώσει πολύ και τα φώτα του δρόμου δεν είχαν ανάψει ακόμη. Αυτό που με ενόχλησε, ήταν η απουσία ήχων – ούτε αυτοκίνητα, ούτε φωνές, ούτε καν το σύντομο γάβγισμα κάποιου σκύλου από τα γύρω σπίτια. Μόνο τα βήματά μου, που ακούγονταν υπερβολικά δυνατά πάνω στο ανισόπεδο πλακόστρωτο.

Στην είσοδο του στενού, κάπου στη μέση, υπάρχει μια παλιά μονοκατοικία που έχει να κατοικηθεί από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου. Το σπίτι εκείνο το προσπερνούσα πάντα με γρήγορα βήματα, γιατί το παράθυρό του, με τα σπασμένα τζάμια, είχε μια σιωπηλή βουβαμάρα – σαν να κοιτάζει πίσω. Εκείνη όμως τη φορά, πρόσεξα ότι η εξώπορτα ήταν ανοιχτή, ελαφρά μισάνοιχτη στη σκιά.

Πέρασα από μπροστά της, και πριν το συνειδητοποιήσω, τα μάτια μου είχαν σταθεί στα ξύλα της πόρτας. Ένα λεπτό ρεύμα αέρα έβγαινε από μέσα, φέρνοντας τη μυρωδιά σκόνης, υγρασίας και κάτι άλλο, γλυκόπικρο, σαν μούχλα. Εκείνη τη στιγμή, άκουσα ξεκάθαρα ένα τρίξιμο, σαν πάτωμα που δέχεται βάρος, κι ένα απαλό σύρσιμο, σαν σκισμένο πανί να σέρνεται στο σανιδένιο πάτωμα.

Κάθε λογική φωνή μέσα μου έλεγε να συνεχίσω τον δρόμο μου χωρίς να γυρίσω. Όμως, η περιέργεια μ’ έκανε να σκύψω λίγο προς το άνοιγμα. Δεν είδα τίποτα ξεκάθαρο, μόνο σκοτάδι, και κάπου στο βάθος, μια σιλουέτα που κινήθηκε αθόρυβα, πιο γρήγορα απ’ όσο θα ‘θελα – θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε· μια γάτα, ένας άστεγος, ίσως κάποιος περίεργος σαν εμένα. Τράβηξα τα μάτια μου κι έκανα δύο βήματα μακριά, αλλά τα αυτιά μου συνέχιζαν να γράφουν εκείνο το τρίξιμο. Ήταν κάτι πιο βαθύ τώρα, σαν ψίθυρος, σαν υγρός απόηχος μέσα από τοίχους.

Συνέχισα προς το ψιλικατζίδικο, πάντα βιαστική αλλά με την αίσθηση ότι κάτι πίσω μου άλλαζε θέση, σχεδόν αθόρυβα. Το φως της βιτρίνας φάνηκε σαν αγκαλιά, μπήκα μέσα, πήρα τα τσιγάρα, χαιρέτησα τυπικά και βγήκα στον δρόμο. Και τότε παρατήρησα – κάτι που μου είχε ξεφύγει πριν: ακριβώς στο παράθυρο της μονοκατοικίας, υπήρχε ένα πανί, χοντρό, καφέ σαν άγρια κουβέρτα, κρεμασμένο σα να το είχα ρίξει κάποιος βιαστικά. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, και πίσω του φάνηκε για μισό δευτερόλεπτο μια σκιά πιο μαύρη από το σκοτάδι.

Δεν γύρισα άλλο το κεφάλι. Το σώμα μου ήξερε ότι το πιο σωστό ήταν η ταχύτητα, να βγάλω το στενό όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αυτό όμως που δεν ήξερα είναι αν με ακολουθούσε ο ήχος ή η αναμονή. Ποια είναι η στιγμή που ησυχάζεις; Προσπάθησα να το ξεχάσω.

Το ίδιο βράδυ, ανοίγοντας το παράθυρο της κουζίνας για ν’ αερίσω, άκουσα πάλι το τρίξιμο. Όχι όμως στο απέναντι στενό ή από τα παλιά σπίτια· ήταν πια στο πεζοδρόμιο, κοντά στην αυλή μου. Έκλεισα βιαστικά το τζάμι και τράβηξα την κουρτίνα χωρίς να κοιτάξω έξω. Τη νύχτα, άκουσα κάτι να γρατζουνάει απαλά την πόρτα της βεράντας μου, ανάμεσα στα κλαδιά του γιασεμιού. Ανέπνεα με μικρές γρήγορες ανάσες, προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο, αλλά τη γρατσουνιά τη διέκοψε ένα αχνό, υγρό επιφώνημα. Να το περιγράψω; Ήταν τσουχτερό, σχεδόν ανθρώπινο αλλά λειψό, σαν κάποιος να προσπαθεί να μιμηθεί φωνή που έχει ξεχάσει πώς ακούγεται.

Το επόμενο πρωί, βρήκα το γιασεμί σπασμένο κοντά στη ρίζα του, και μια χοντρή κλωστή από ύφασμα, πιο καφέ από λάσπη, μπλεγμένη ανάμεσα στη σχάρα και τα κλαδιά. Καμία εξήγηση. Ρώτησα τη γειτόνισσα, μήπως είδε κάποιον ή άκουσε κάτι. Μου απάντησε με εκείνο το βλέμμα της πόλης, δεν ήξερε τίποτα, κανείς δεν κυκλοφορούσε πια από εκεί τα βράδια, ούτε γάτες ούτε άνθρωποι.

Τις επόμενες μέρες απέφευγα το στενό· περνούσα από τον κεντρικό δρόμο, πάντα με το κεφάλι σκυφτό, κοιτώντας πίσω μου μία-δύο φορές. Κάθε μέρα όμως, ένιωθα εκείνο το μικρό, άβολο βάρος, σαν να μου λείπει κάτι, ή να με τραβάει κάτι να επιστρέψω. Ένα βράδυ, άφησα ένα τσιγάρο στο πάτωμα δίπλα στην μπαλκονόπορτα, εκεί που κάποιος ή κάτι είχε γρατζουνίσει πριν. Το πρωί δεν υπήρχε—ούτε το τσιγάρο, ούτε η στάχτη.

Δεν ξαναπέρασα από το στενό εκείνο, ούτε καν για να κοιτάξω την παλιά μονοκατοικία. Και να σας πω την αλήθεια, δεν έψαξα ποτέ το γιατί, ούτε τι μπορεί να ήταν όλα αυτά. Ξέρω μόνο, ότι αν τύχει να βρεθώ αργά το απόγευμα κοντά στη γειτονιά, αποφεύγω τα περάσματα με τα σκοτάδια. Γιατί κάθε φορά, σε κάποιο φως σβηστό, σε κάποιο ανήσυχο τρίξιμο, νιώθω τη ματιά εκείνου του παραθύρου να πέφτει βαριά στη ράχη μου.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.