Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να καταλάβει τι σημαίνει πραγματικός φόβος, παρά μόνο όταν τον ζήσει σε μια στιγμή που όλα φαίνονται ήρεμα, φυσιολογικά. Θέλω να πω, δεν είχα ποτέ αδυναμία στο σκοτάδι ή τις ιστορίες τρόμου, μάλιστα — πάντα τα έβρισκα λίγο παιδιάστικα, σαν να διασκεδάζεις τον εαυτό σου με ένα καλό φόβητρο πριν κοιμηθείς. Όλα αυτά μέχρι τον περασμένο Μάρτιο.
Εκείνο το Σάββατο θυμάμαι, είχα ξυπνήσει με τη σιγουριά πως η μέρα θα ήταν αρκετά βαρετή. Ο ήλιος έμπαινε κόκκινος και χαμηλός από το παράθυρο της κουζίνας και το μόνο που σκέφτηκα ήταν πως το πρωινό μου ψωμί είχε μείνει από χθες. Έβαλα νερό να βράσει και κοίταξα λίγο έξω: τίποτα το περίεργο, ένα συνηθισμένο πρωινό στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Δούλευα ακόμα σπίτι, και ήξερα πως αργά το απόγευμα θα ερχόταν ο φίλος μου ο Τάσος να φάμε και να τα πούμε. Κανείς δεν είχε κανονίσει για μετά· έβραζε ένα περίεργο, κουφό ησυχαστήριο στην άνοιξη που ήταν απ’ έξω.
Εκείνη η μέρα είχε μία μικρή παραφωνία. Από το πρωί, όσο και αν άνοιγα ή έκλεινα τα παράθυρα, ακουγόταν ένας ψηλός, λεπτός ήχος απ’ έξω —κουδουνάκια ή κάτι που θυμίζει τα μακρινά τζιτζίκια, αλλά μέσα στον Μάρτη, χωρίς ζέστη ούτε καν κάποια έντονη κίνηση από πουλιά. Ξεκίνησα να σκέφτομαι ότι κάποιος κάνει πλάκα ή έχει ανέβει κανένα παιδί στη ρεματιά με μηχανάκι και ραδιόφωνο. Δεν έδωσα σημασία.
Η μέρα κύλησε ανιαρά και αργά. Το απόγευμα μάζεψα λίγο το σαλόνι. Είχα αφήσει ανοιχτό το ριχτάρι στον καναπέ, και ξαφνικά παρατήρησα ότι είχε πάνω κάτι σαν σκόνη ή ψιλό γκρίζο χνούδι που δεν θυμόμουν να είχα δει ποτέ. Έστρωσα το ριχτάρι και δεν έδωσα σημασία, ίσως είχε μπει από το παράθυρο αφού φυσούσε λίγο. Πήγα στην κουζίνα, και πάλι εκείνο το κουδουνάκι από μακριά, σταθερό, επίμονο, σαν να μην σταματούσε ποτέ για να πάρει ανάσα ο αέρας.
Γύρω στις εννιά ήρθε ο Τάσος. Καθίσαμε στην κουζίνα, ανοίξαμε κρασί, βάλαμε να ζεστάνουμε φαΐ και τρώγοντας, συζητούσαμε για κάτι τελείως ασήμαντο — πότε θα πάμε επιτέλους τη βόλτα στον Όλυμπο, τι γίνεται στο γραφείο του. Στα μισά της κουβέντας, ο Τάσος ξαφνικά σταμάτησε, με την πιρουνιά μετέωρη, και κοίταξε προς το παράθυρο. “Το ακούς κι εσύ αυτό;” μου είπε ήσυχα. “Τι;” τον ρώτησα, αν και ήξερα.
“Σαν κουδουνάκι, από μακριά. Αλλά όχι… δηλαδή, δεν ξέρω πώς να το πω. Δεν ακούγεται σαν κουδούνι, είναι… απλώς υπάρxει εκεί έξω”. Κάναμε μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. Όντως, το κουδουνάκι ακουγόταν ελαφρύ και πηχτό μαζί, διαπεραστικό, και ταυτόχρονα σχεδόν χαμένο μες στο βράδυ. Ένα παράξενο πηγαινέλα, κάτι που δεν έδινε στόχο από πού προέρχεται.
Γελάσαμε λίγο, προσπαθώντας να φτιάξουμε κλίμα, να διώξουμε την αμηχανία μας με αστεία για ανεμοδαρμένες καμπάνες και… σαχλαμάρες. Κι όμως, μετά από λίγο, μας βρήκε η σιωπή, ακόμα και τα τραγούδια στο ραδιόφωνο που παίζανε από πίσω έμοιαζαν να χαμηλώνουν όταν εκείνο το κουδουνάκι δυνάμωνε — μερικές στιγμές, μα ξεκάθαρα.
Πήγε έντεκα και κάτι. Ο Τάσος είπε να φύγει, να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο. Τον ξεπροβόδισα. Όταν άνοιξα την εξώπορτα, το κρύο του Μάρτη μπήκε μαζί με μια έντονη μυρωδιά νωπής γης και κάτι άλλο, μεταλλικό, σαν αίμα αλλά πιο καθαρό. Ο δρόμος έξω έρημος. Το φως της λάμπας έπεφτε πάνω στο πεζοδρόμιο, και πίσω από τον φράχτη, μέσα στην αυλή, υπήρχε μια ανωμαλία: το χώμα κοντά στο γιασεμί ήταν ανακατεμένο, σαν κάτι μικρό κι επίμονο να είχε προσπαθήσει να σκάψει, αλλά όχι βαθιά, μόνο στην επιφάνεια, γδαρμένο κι αφημένο φρέσκο προς τα έξω. Δεν το ανέφερα στον Τάσο — δεν ήθελα να ακουστώ σαν φοβισμένο παιδί.
Τον είδα να απομακρύνεται. Τότε συνειδητοποίησα ότι το κουδουνάκι έμοιαζε να έχει πλησιάσει περισσότερο. Έκανα να κοιτάξω πίσω απ’ τη μαντρόπορτα, κατά μήκος της ρεματιάς που χώριζε το σπίτι από το διπλανό οικόπεδο. Στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα πέρα από τα πυκνά κλαδιά, το σκοτάδι. Έμεινα να ακούω εκείνο τον μονότονο ήχο — ba-ling, ba-ling, ba-ling — πάντα ίδιος, πάντα ίδιας έντασης.
Για μια στιγμή, καθώς το φως της λάμπας έτρεμε ελαφρά, μου φάνηκε πως κάτι πιο σκούρο απ’ το σκοτάδι πέρασε ανάμεσα στα δέντρα. Όχι περπάτημα, ούτε σκύλος. Πιο χαμηλό, πιο ακαθόριστο. Κραντσανιστά πετραδάκια, σαν κάποιο μικρό ζώο να τρέχει και να ξεφεύγει, κι ύστερα το ding! του κουδουνιού, αυτή τη φορά πιο ξαφνικά.
Έκλεισα βιαστικά την πόρτα. Ανέβηκα στο σαλόνι με καρφωμένη την αίσθηση πως κάτι ψάχνει να μπει, πως αυτό το κάτι —όχι ο ήχος, αλλά αυτό που προκαλεί τον ήχο— γύρναγε γύρω από το σπίτι, ίσως δεκαπέντε μέτρα μακριά, ίσως μόλις τρία. Κλείδωσα και το πάνω παράθυρο που πάντα άφηνα ριγμένο. Όταν έπεσα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να ακούω μόνο το τρίξιμο του στρώματος, εκείνος ο ήχος ακούστηκε ξανά, ακόμα πιο καθαρός, σχεδόν δίπλα στο μυαλό μου. Έσβησα το φως και κουκουλώθηκα.
Δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Όποτε πήγαινε να με πάρει ο ύπνος, ο ήχος δυνάμωνε, λες και το κουδουνάκι χτυπούσε μες στο αφτί μου. Υπήρξαν τρεις φορές που σίγουρα άκουσα κάτι να γρατζουνάει, πολύ αργά, τα ξύλα κάτω από το παράθυρο. Μετά, από απόσταση πέντε λεπτών, ένα δυνατό τσκ-τσκ, σαν συνθηματικό, και μετά ξανά ησυχία. Σε κάθε περίεργο ήχο, έσφιγγα τη γροθιά μου στο σεντόνι και προσπαθούσα να μείνω ακίνητος. Έτσι πέρασε η νύχτα.
Το πρωί, μόλις ξημέρωσε, βρήκα ξανά λίγο από εκείνο το γκρίζο χνούδι στη μέση του χαλιού μου, εκεί που είχα περάσει με παντόφλες μόνο εγώ και ο Τάσος. Η αυλή ήταν όπως την είχα αφήσει, αλλά το γιασεμί, αυτό που πάντα ήταν ολόισιο, έγερνε τώρα ελαφρά προς το παράθυρό μου, σαν να είχε λυγίσει από το βάρος κάποιου μικρού ζώου ή —κάτι άλλο. Από εκείνο το βράδυ, το κουδουνάκι δεν το ξαναάκουσα, αλλά τα βράδια που ο αέρας πέφτει και κάνει απόλυτη ησυχία, πολλές φορές μου φαίνεται πως κάτι γρατσουνά στον τοίχο σου, κάτι ελαφρύ, που δεν ζητάει πολύ.
Κι αλήθεια, από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαργαρίτα.