Δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο εκείνο το απόγευμα, από αυτά που λένε πως άμα τα ζούσες δυο-τρεις φορές θα τα μπέρδευες μεταξύ τους. Ήσυχο, σκονισμένο μες στο δεύτερο μισό του Ιουλίου, το φως θολό απ’ την υγρασία σαν πάντα σ’ αυτή τη γειτονιά της Χαλκίδας. Δεν έμενα καιρό εδώ· μετακόμισα για τη δουλειά που βρήκα σε εκείνο το γραφείο συνεταιρισμού, που το συναντούσες μόνο αν ήξερες να ψάξεις μέσα στα στενά.
Έτσι, μετά το γραφείο, πήγα σπίτι νωρίτερα. Έχεις αυτή την παράξενη αίσθηση όταν μπαίνεις σ’ ένα σπίτι που δεν το ξέρεις ακόμη καλά — όλες οι σκιές μοιάζουν προσωρινές, οι ήχοι από τον πάνω όροφο υπερβολικοί. Ψιλόβηχε ελαφρά, ό,τι έπρεπε για να σε βρει η νοσταλγία. Έβρασα νερό, άνοιξα το παντζούρι να σβήσει λίγο από τη βαριά μυρωδιά του καινούριου, κάθισα στο τραπεζάκι που βρήκα εκεί όταν νοίκιασα το διαμέρισμα.
Δεν ήταν τίποτα, λέω πάλι. Άκουσα μόνο ένα μικρό χτύπο, σα βότσαλο που το τραβάει τ’ αμάξι καταλάθος. Αλλά δεν υπήρχε αμάξι. Ή πιο σωστά, υπήρχε το δικό μου, ακίνητο έξω από το παράθυρο, λες και το κύκλωνε βιαστικά η βροχή. Ο ήχος — ένα «τριρρ…» αργό, μεταλλικό, χαμηλό — σταμάτησε ένα δευτερόλεπτο πριν γυρίσω το κεφάλι μου. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα μιαν ελαφριά πνοή — σαν να σηκώθηκε αέρας μέσα στο σπίτι, ενώ όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά.
Δεν είμαι απ’ αυτούς που βλέπουν φαντάσματα. Πιο μικρός κορόιδευα τις ιστορίες που λέγανε οι ξαδέρφες μου στα χωριά, ότι τάχα κάτι περπατούσε τη νύχτα στην αυλή. Ίσως γι’ αυτό δεν έδωσα σημασία. Συνέχισα τη μέρα μου, σηκώθηκα να βάλω ένα πλυντήριο. Εδώ αρχίζει αυτό που κράτησα, ίσως κι ασυναίσθητα, όλα αυτά τα χρόνια. Άνοιξα τον αποθηκευτικό χώρο κάτω απ’ το νεροχύτη να βρω το απορρυπαντικό και, δίπλα στις σακούλες, πρόσεξα κάτι αλλιώτικο.
Ήταν ένα μικρό κουτί, φακελωμένο παλιά — ξέρεις από αυτά τα μεταλλικά που θα βρεις σε σπίτια για ραφτικά ή μικροπράγματα. Δεν είχα βάλει τίποτα εγώ εκεί. Το άνοιξα. Μέσα, ήταν μόνο ένα κομμάτι ραμμένο ύφασμα, σαν μαντιλάκι, με μαύρο κέντημα στη γωνία. Εκεί με ένα γράμμα, αχνό, «Α». Σκιρτά η καρδιά μου, γιατί το διαμέρισμα αυτό, πριν το πάρω εγώ, ήταν άδειο για κάτι μήνες — μου το είχε πει η σπιτονοικοκυρά. Έκλεισα το κουτάκι, το άφησα πίσω, πήρα το απορρυπαντικό και γύρισα να συνεχίσω.
Το βράδυ έβρεχε δυνατά. Από αυτά τα μπουρίνια που πέφτουν στην Εύβοια και νομίζεις ότι θα σπάσουν τα πάντα. Η τηλεόραση έπαιζε στο βάθος, στο μισό φως, κόντρα στην υγρασία. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, πήγα να πλύνω δόντια, είδα ότι το φως του διαδρόμου τρεμοπαίζει. Το αγνόησα.
Αυτό που θυμάμαι έντονα: Ο αέρας στο εσωτερικό της κουζίνας είχε κάτι πυκνό, με μια βαριά μυρωδιά, μουσκεμένη. Όχι φαγητού — κάτι άλλο, σαν ξύλο μούχλας και παλιά σταχτοδοχεία. Αν και δεν κάπνιζα. Κάτι χτύπησε ξανά. Μια, δυο, τρεις φορές, απαλά — από κάπου χαμηλά στο πάτωμα. Έμεινα ακίνητος. Ο θόρυβος ήταν αδύναμος μα σταθερός, με μια επιμονή που τρυπάει σιγά τη συνείδησή σου.
Βγήκα στον διάδρομο. Με τα φώτα σβηστά, μόνο το πρώτο cluster του modem φώτιζε στη γωνία, πρασινοκίτρινο. Πέρασα ως το σαλόνι. Εκεί, πάνω στο χαλί — καινούργιο χαλί! — είδα υγρά ίχνη. Μικρές μπεζ στάμπες, που έκαναν ζιγκ-ζαγκ. Σαν πατημασιές, αλλά όχι ακριβώς. Σα να ’χε πέσει νερό από κάτι στενό κι επίμονο. Το χαλί μου, δυο μέρες φορεμένο.
Ακολούθησα τη γραμμή, εκεί που τραβούσε προς το παράθυρο. Οι πόρτες κλειστές, τα παράθυρα κλειστά, κι όμως σηκωμένη μια κρύα μυρωδιά αέρα. Έκανα να γυρίσω την κουρτίνα. Μια σκιά — μικρή, διαγώνια — σα να σύρθηκε πίσω απ’ το ράφι με τα βιβλία. Βγήκε μια πνοή, κάπως σαν αναστεναγμός, αλλά χαμηλότερη — σαν να τρίβεις δυο χαρτιά μαζί.
Έκανα βήμα πίσω χωρίς να καταλάβω αν ανασαίνω σωστά. Ο τοίχος πίσω μου χτύπησε παγωμένος την πλάτη, ίδια θερμοκρασία με το μέταλλο. Ένιωσα πως κάτι διαστέλλεται, από τη σιγαλιά του σπιτιού. Ένα φως — σαν λάμψη από φλας αλλά πνιγμένη μέσα στο δωμάτιο — λαμπύρισε για ένα κλάσμα, εκεί που το υφασμάτινο μαντιλάκι βρισκόταν στη μέση του δωματίου, λες και είχε τοποθετηθεί πάνω στο σκαμπό.
Σήκωσα τα μάτια ξανά. Είδε ότι το αρχικό «Α» στο ύφασμα είχε μουσκέψει όχι από νερό, αλλά από κάτι σα μελάνι, αχνό που έτρεχε στις άκρες. Η ζέστη μου ανέβηκε ως το σβέρκο. Μια πόρτα σκάλισε από το διάδρομο, χωρίς να τη δεις, μόνο να την ακούς. Δεν αναγνώριζα αυτό το σπίτι πια. Και δεν μ’ άφηνε να κλείσω τα μάτια.
Εκείνη τη νύχτα, κάθε τόσο ένα τρίξιμο. Ένα χτύπημα μαλακό σε λάθος ώρα, μια φευγαλέα κίνηση καινούρια. Τ’ ακούω ακόμη, όταν πέφτει ησυχία — να αλλάζει μορφή, να μου θυμίζει ότι δεν έχω φύγει στ’ αλήθεια από το σπίτι εκείνο.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Βασιλική.