Τρομακτικές Ιστορίες – Το απόγευμα με τον ένοικο από πάνω

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το απόγευμα. Ήταν τέλη Νοέμβρη, είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα, αλλά στο παλιό μας διαμέρισμα στον Κολωνό δεν είχα βάλει ακόμα θέρμανση – προσπαθούσα να το αποφύγω όσο μπορούσα, ξέρεις πώς είναι. Καθόμουν στον μικρό καναπέ, απέναντι από το μπαλκόνι, με ένα κουβερτάκι στα πόδια και διάβαζα εφημερίδα. Είχα βάλει και τσάι. Όλα φυσιολογικά. Ούτε πολλή φασαρία απ’ έξω. Μόνο κάτι απόκοσμο ήσυχο, εκείνη την ώρα της μέρας.

Εκείνη τη μέρα είχε μια περίεργη συννεφιά, όχι βαριά όμως. Σαν να ίπταται μονίμως κάτι πάνω από τη γειτονιά – μού χτύπησε καθώς κοίταξα έξω με το φλιτζάνι στο χέρι. Η πολυκατοικία απέναντι φαινόταν ανοιχτή, με όλα τα φώτα της σκάλας αναμμένα, αλλά δεν έβλεπες άνθρωπο. Μέχρι εδώ, τίποτα παράξενο.

Το παράξενο ξεκίνησε με ένα χτύπημα από το διαμέρισμα από πάνω. Ήταν αργό, σαν κάποιος να έσερνε βαριά καρέκλα ή τραπέζι πάνω στο πάτωμα. Δεν το σκέφτηκα αμέσως – οι ήχοι στις παλιές πολυκατοικίες ταξιδεύουν κάπως και πάντα ακούς κάτι που δεν καταλαβαίνεις. Όμως, το χτύπημα επαναλήφθηκε, σε ακανόνιστα διαστήματα, σαν να είχε πάρει κάποιος ψυχαναγκαστικά να σέρνει έπιπλα κάθε λίγα λεπτά, πάντα πάνω από το σημείο που έστελνα τα πόδια μου τεντωμένα.

Ξανάπιασα το διάβασμα, αλλά αυτή η μικρή λεπτομέρεια –ότι δηλαδή οι κινήσεις ακολουθούσαν ακριβώς το σημείο που βρισκόμουν εγώ– μ’ έκανε να νιώσω άβολα. Ήθελα να το αγνοήσω. Πήγα, τάχα, κουζίνα για να σηκωθώ, κι αμέσως το «σέρσιμο» ακούστηκε να μετακινείται κι αυτό, πάνω στην οροφή, προς το μέρος που πηγαινοερχόμουν. Θυμάμαι να γελάω με τον εαυτό μου. Θα σκέφτηκα, «εντάξει, απλώς ηχώ».

Δεν ξέρω τι με έσπρωξε τότε, βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω. Το διαμέρισμα από πάνω είχε πατζούρια κλειστά. Μόνο στην άκρη, απ’ το πορτάκι της αποθήκης, κάτι φαινόταν να κινείται — μόλις που πρόλαβα να δω μια σκιά, πολύ γρήγορη και ακανόνιστη, πέρασε σα να μην ανήκε εκεί πραγματικά. Πήγα να γυρίσω πάλι μέσα όταν πήρε το μάτι μου πως στο τζάμι του μπαλκονιού υπήρχε ένα σημαδάκι. Σαν θαμπάδα από ανάσα. Κάποιος είχε ακουμπήσει πολύ κοντά, χωρίς να το προσέξω νωρίτερα.

Μπήκα ξανά, το σέρσιμο συνέχισε, αυτή τη φορά πάνω στην κρεβατοκάμαρα. Σκέφτηκα πως ίσως έπρεπε να πάρω τηλέφωνο τη διαχειρίστρια, να δω μήπως είναι κάτι περίεργο επάνω. Άνοιξα το κινητό – καμία γραμμή. Κάτι είχε με το σήμα εκεί μέσα, αλλά όχι συνήθως έτσι απολύτως. Τότε τα φώτα έτρεξαν να χαμηλώσουν, σαν να έχανε δύναμη το ρεύμα, αλλά όχι τελείως. Μια φευγαλέα σκιά πέρασε μπροστά στον τοίχο της κουζίνας, εκεί που δεν υπήρχε πηγή φωτός. Ακούστηκε ένα οξύ τρίξιμο, σα νύχια να γρατζουνάνε τον σοβά από τα πάνω.

Δεν ξέρω αν έχεις νιώσει ποτέ την αίσθηση ότι σε προσέχουν μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος, αλλά και να μην μπορείς να το αποδείξεις. Έβαλα στη δική μου λογική ότι θα είναι το μάτι μου κουρασμένο, κάποιος γείτονας, ίσως ο καιρός. Μα όλο το απόγευμα, η ζέστη του σπιτιού έπεφτε, αστάθεια, και κάθε φορά που άλλαζα δωμάτιο, ο ήχος ακολουθούσε πάνω από το κεφάλι μου, και κάθε φορά πιο κοντά, πιο ρυθμικά. Λες και κάποιος περίμενε να σταματήσω.

Γύρω στις έξι, είχε πια σκοτεινιάσει και είχα ανάψει όλα τα φώτα. Μία λάμπα τρεμόπαιζε, η δεύτερη έκανε κάτι περίεργο σαν να χαμήλωνε παλμικά – αναβόσβηνε όχι ψηφιακά, αλλά λες και υπήρχε κάποια παρουσία από πίσω. Τότε ήταν που άκουσα το πρώτο καθαρό βήμα στο ταβάνι. Δεν ήταν πια σέρσιμο ή σύρσιμο – ήταν σαν να βαδίζει κάτι βαρύ, όχι ανθρώπινο ακριβώς, αλλά με σκοπό. Μπήκα να κλειδώσω την πόρτα, δίχως να περιμένω κάτι συγκεκριμένο. Πήγα να τηλεφωνήσω άλλη μια φορά, αλλά το σήμα δεν επέστρεφε.

Στάθηκα στη μέση του διαδρόμου, στο μικρό πέρασμα που ενώνει το σαλόνι με το υπνοδωμάτιο, με σφιγμένη την πλάτη στον τοίχο. Εκεί με βρήκε το επόμενο παράξενο: απ’ το ταβάνι, ακριβώς πάνω από μένα, κάτι σαν ψίθυρος, όχι λόγια, μια συχνότητα παράφωνη που δεν ταίριαζε στον ήχο του κτιρίου. Ένα συριγμό σαν να αφήνεις τον αέρα απ’ τα πνευμόνια κλεισμένος κάπου πολύ στενό, και ανάμεσα έναν πολύ κοντινό παλμό: σα να χτυπούσε μια γροθιά στην ψευδοροφή, μα να μην είναι πέτρινο το χέρι.

Δεν κράτησα πολύ ακόμα εκεί. Με μια κίνηση μπήκα στην κρεβατοκάμαρα και έκλεισα την πόρτα, όσο γελοίο κι αν ακούγεται. Ήμουν στα πενήντα τότε, να φοβάμαι σαν παιδί. Κρατούσα την πόρτα ακουμπισμένη με όλο το βάρος μου, κι άκουγα κάτω απ’ το πάτωμα και πάνω απ’ το κεφάλι μου μαζί, σαν να με χτυπούν ολόγυρα. Τότε σταμάτησαν ξαφνικά όλα, για μερικά λεπτά.

Εκείνες οι σιωπές είναι που σε τρομάζουν περισσότερο. Γιατί περιμένεις – τι θα ακούσεις, τι θα εμφανιστεί. Κοίταξα το ρολόι. Είχαν περάσει οχτώ λεπτά, άντε να ήταν εννιά. Και στην εντέλεια εκείνη, ακούω το καρφί της ντουλάπας (έχω μια ξύλινη μελανιασμένη ντουλάπα απέναντι απ’ το κρεβάτι) να τρίζει και να τραβιέται αργά, αργά, αργά, μέχρι που η πόρτα της κουνήθηκε μισό δάχτυλο, μόνη της. Εγώ στεκόμουν εκεί, ούτε ανάσα. Κι είδα, καθαρά πια, κάτι που ήταν πιο σκοτεινό απ’ τη σκιά, αλλά δεν έβλεπες μέσα του τίποτα. Μια αίσθηση παρουσίας, όχι εικόνα, περισσότερο έλλειψη οποιασδήποτε εικόνας. Σαν κάτι να έχει βγει απ’ το κενό της ντουλάπας και να φουσκώνει προς το μέρος μου, χωρίς σχήμα, χωρίς πρόσωπο, μόνο βάρος.

Εκεί κόπηκαν τα πάντα. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από εκείνο το βράδυ. Μόνο που όταν ξύπνησα, ήταν πρωί, τα πάντα στη θέση τους, εκτός από τη ντουλάπα που ήταν μισάνοιχτη και δυο μακριές, παράξενες γρατσουνιές πάνω στον τοίχο, δίπλα στον διακόπτη του φωτός. Όλα όσα άκουσα, είδα – ποτέ δεν μπόρεσα να τα εξηγήσω. Δεν βρήκα ποτέ ποιος έμενε από πάνω, αν έμενε κανείς, ή αν στην αποθήκη υπήρχε κάτι τότε.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Αιμιλία.