Δεν μ’ έλεγες ιδιαίτερα φοβητσιάρη, αλλά να σας πω την αλήθεια, πάντα είχα κάτι μέσα μου που με κρατούσε λίγο πίσω όταν το φως άρχιζε να πέφτει. Ζω χρόνια στα Πατήσια, γνωστός δρόμος, ίδια διαδρομή για το σπίτι κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά. Τίποτα δεν σε προετοιμάζει για το περίεργο.
Εκείνο το απόγευμα ήταν σαν όλα τα άλλα—σχεδόν. Έφτασα με το λεωφορείο στη στάση μου, λίγο πριν τις οχτώ. Ο ήλιος είχε μόλις φύγει πίσω απ’ τα κτίρια κι εκείνη η χαρακτηριστική ψύχρα είχε πάρει τα πεζοδρόμια. Μουσική στα ακουστικά, κατεβάζω το κεφάλι, περπατάω γνωστούς δρόμους. Όλα γνώριμα.
Στο πρώτο στενό, έξω απ’ το παλιό γαλακτοπωλείο, κάτι μού φάνηκε παράξενο. Τα ρολά ήταν μισοκατεβασμένα, λιγότερο απ’ ό,τι συνήθως, κι απ’ το εσωτερικό φαινόταν χαμηλό φως, λες και κάποιος είχε ξεχάσει ανοιχτό ένα μικρό φωτάκι. Έσκυψα ελαφρά, μ’ ένα περίεργο τσίμπημα στο στομάχι, μήπως δω καμιά σκιά να κινείται, αλλά τίποτα. Συνέχισα.
Στη διασταύρωση, πέρασα μπροστά από τον μπακάλη τον Βαγγέλη, που πάντα κάθεται έξω με το τσιγάρο του. Εκείνο το απόγευμα, δεν ήταν εκεί. Η καρέκλα του όμως ήταν, καλοκαιρινή, πλαστική, στραμμένη προς τα έξω, αλλά εντελώς άδεια. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μ’ έπιασε ένα άβολο κενό. Κατέβασα λίγο τη μουσική, μήπως ακούσω κάτι. Τσιμεντένια ησυχία.
Αρχίζω να περπατάω πιο γρήγορα. Οι σκιές έχουν πέσει βαριές. Από το βάθος της οδού Λεμεσού, βλέπω μια γάτα να διασχίζει κάθετα το δρόμο. Μέχρι εδώ, καλά. Όταν περνάω δίπλα της, δε με κοιτάζει, δεν κάνει κανένα απ’ τα γνωστά νευρικά τινάγματα. Είναι σαν να μην υπάρχω. Μου φάνηκε, για μια στιγμή, πως οι κινήσεις της ήταν… σαν να τις καθοδηγούσε άλλος, αργά, σα να βυθιζόταν το σώμα της μέσα στο ασυνήθιστο. Το αποδίδω στη φαντασία μου, στη μέρα που τελειώνει και στους φωτισμούς που αλλάζουν.
Στο τελευταίο στενό, εκεί που η πολυκατοικία μου ρίχνει τη σκιά της ολοστρόγγυλα στο πεζοδρόμιο, ένιωσα το βήμα μου κάπως βαρύ. Ξανά αυτό το αμήχανο τσίμπημα. Κατεβάζω τα ακουστικά. Προσέχω τότε πως ο αέρας έχει πέσει εντελώς. Τόση ησυχία, που ακούγεται το τρίξιμο από τις λάμπες. Συνειδητοποιώ πως, αν και τα παράθυρα των άλλων πολυκατοικιών είναι φωτισμένα, στη δική μου είναι όλα σβηστά, εκτός από το κουτί που φωτίζει την είσοδο. Ελάχιστο, ξεθωριασμένο φως.
Πριν ανέβω τα σκαλοπάτια, ακούω κάτι, έναν ήχο σαν ξερό σπάσιμο, πολύ μακριά. Η φωνή μου, χωρίς να το θέλω, βγαίνει μισοψιθυριστή, «ποιος είναι;», αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει κανείς. Βάζω το κλειδί στην πόρτα και νιώθω μια ανάσα, αληθινή, κρύα, στο σβέρκο μου. Περιστρέφομαι αστραπιαία, με το κλειδί στο χέρι, αλλά πίσω μου: τίποτα—ούτε καν αέρας. Σκέφτομαι ξανά, μα ειλικρινά, δεν φυσάει ούτε λίγο.
Μπαίνω στην πολυκατοικία και για έναν λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω, δεν ανεβαίνω με το ασανσέρ. Πατάω το φως της σκάλας. Τα σκαλιά τρίζουν, όπως πάντα, όμως τώρα ο ήχος μοιάζει παραμορφωμένος, λες και τον ακούς μέσα σε βάζο. Νιώθω ότι κάποιος με κοιτάζει από τον ημιώροφο. Stalker το λένε στα αμερικάνικα, αλλά εδώ μοιάζει πιο βαρύ.
Κάπου στον πρώτο όροφο —εκεί που το σώμα σου συνήθως νιώθει πως μπήκε “στα εντός”, σπιτικά—, αντίθετα το δικό μου σώμα σφίγγεται. Παύση, χωρίς λόγο. Από το διαμέρισμα της χήρας, ακριβώς απέναντι απ’ το δικό μου, φεύγει μυρωδιά τηγανητού λαδιού—να σ’ ενοχλεί λίγο, να θυμίζει ανθρώπους μέσα. Και όμως, ξέρω πως απουσιάζει εδώ και μέρες, το ‘χουν πει στη γειτονιά.
Σταματώ μπροστά στην πόρτα μου. Κάτι με σπρώχνει να μην ψάξω το κλειδί. Πείθω τον εαυτό μου να το κάνω — θέλω ν’ ανοίξω όσο πιο γρήγορα γίνεται. Όταν ανοίγει η πόρτα, το σπίτι μου βγάζει μια κούφια ησυχία. Δεν μυρίζει τίποτα, λες και τα πάντα έχουν απορροφηθεί. Ούτε καν εκείνο το γνώριμο τασάκι, ούτε το ντεπόν που πάντα ξεχνώ στον πάγκο. Βάζω το κινητό για φακό (οι λάμπες μού εχουν καεί από προχθές) και περνάω στο σαλόνι. Σκέφτομαι «δεν κάνω πίσω, τώρα μπήκα».
Στο μισό σκοτάδι βλέπω τη γωνία με το ράφι των βιβλίων—εκεί πάντα αφήνω κάτι παλιούς λογαριασμούς, σε μια χαρτοσακούλα. Τώρα, η σακούλα κρέμεται στο χερούλι της πόρτας. Δεν το έχω κάνει ποτέ. Αφήνω το σακίδιο, ακούγοντας τον ήχο του στον καναπέ, και τότε (σας το λέω και αισθάνομαι ακόμα το πετσί μου να σηκώνεται) ακούγεται μέσα από τον διάδρομο, ξεκάθαρα και αργά, ένα βήμα. Σαν παπούτσι να γρατσουνάει σοφά το πάτωμα και να σταματάει. Ένα βήμα, τίποτα άλλο.
Κάθομαι ακίνητος, με την αναπνοή σφηνωμένη. Μια στιγμή, δύο, τρεις. Δεύτερο βήμα, πιο κοντά. Αυτή η ακινησία που παγώνει τα πάντα, ακόμη και σκέψη. Νομίζεις αν κουνηθείς θα καταρρεύσεις. Κάθε γρατσουνιά στο ξύλο ακούγεται τεράστια — τρίτο βήμα, ακριβώς εκεί που αλλάζει το δάπεδο από παρκέ σε πλακάκι, στον διάδρομο για το μπάνιο.
Κι εκεί αναρωτιέσαι: υπάρχει τελικά κανονικό φως εδώ μέσα, ή μόνο το φως του κινητού και το σκοτάδι; Τι άλλο μπαίνει στο σπίτι όταν εσύ κλείνεις πίσω σου την πόρτα; Θέλω να φωνάξω, αλλά κάτι μέσα μου λέει να μην ανοίξω το στόμα μου. Το φως του κινητού τρεμοπαίζει. Κάτι σαν ήχος—σα να τρίβει κάποιον σάπιο ιστό, κάτι βρώμικο αλλά άυλο, έρπει από τη γωνία.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί, ακίνητος, με την πλάτη στον καναπέ, τα κλειδιά σφιγμένα στη γροθιά. Όλα ησύχασαν ξαφνικά, κι όμως, πριν προλάβω να ξαποστάσω, είδα, στην επιφάνεια του καθρέφτη του διαδρόμου, ένα σκίρτημα. Όχι αντανάκλαση δική μου, ούτε σκιά. Ένα σκίρτημα, ξένο και κρύο.
Δεν έμεινα άλλο. Έφυγα αθόρυβα, χωρίς να τραβήξω καζανάκι, χωρίς να κλείσω τα φώτα που ποτέ δεν άναψα. Κλείδωσα πίσω μου και πήγα να μείνω σε ξενοδοχείο για τρεις νύχτες. Μετά ξαναγύρισα, αλλά ακόμα, αργά το βράδυ, δεν προχωρώ ποτέ σ’ εκείνο τον διάδρομο, ούτε σηκώνω βλέμμα στον καθρέφτη.
Από τότε, όταν πέφτει ησυχία, το ακούω.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.