Δεν ξέρω τι να σου πω, το βράδυ εκείνο ξεκίνησε σαν όλα τα προηγούμενα, τίποτα το σπουδαίο. Καλοκαίρι, ξημέρωνε Τετάρτη, θυμάμαι ότι είχα γυρίσει λίγο αργά σπίτι. Αέρας ζεστός, είχε μια υγρασία που κόλλαγε πάνω σου. Άνοιξα το μπαλκόνι της κουζίνας να περάσει λίγος δροσερός, και κάθισα στο τραπέζι με πεταμένη πάνω την μπλούζα και το κινητό, περιμένοντας να φορτίσει. Και να σου πω, αυτή η ησυχία της πολυκατοικίας πάντα με ησύχαζε – το τζιτζίκι, λίγο τα τρένα στο βάθος.
Είχα ξεχάσει μια σακούλα σκουπίδια να τη βγάλω. Τη σήκωσα, πέρασα το διάδρομο, προσέχοντας να μην κάνω θόρυβο αυτή την ώρα – είχε και κάτι βρύσες που έσταζαν εδώ και χρόνια, ποτέ δεν το έφτιαξε ο διαχειριστής, πάντως εγώ είχα συνηθίσει να περπατάω στις μύτες.
Βγήκα στη σκάλα. Ο φωτισμός εκεί πάντα ήταν περίεργος, ξέρεις, αυτά τα ψυχρά φώτα φθορίου που αναβοσβήνουν λίγο πριν καούν τελείως, και δίνουν χρώμα σχεδόν πράσινο στα πάντα. Έκανα να κατέβω στον κάδο – και ήταν κάτι περίεργο: Τα πάντα φαινόντουσαν όπως πάντα, αλλά ένα πράγμα δεν κόλλαγε. Στον δεύτερο όροφο, δίπλα στη μαρμάρινη κουπαστή, είχε πέσει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου πεταμένα, έτσι, στη μέση του διαδρόμου, με τον φακό γυρισμένο να με κοιτάει. Καναδυό σπίτια πιο πάνω έμεναν κάποιοι που έκαναν φασαρία με φίλους, αλλά ποιος φοράει γυαλιά ηλίου βραδιάτικα; Δεν έδωσα σημασία.
Πέταξα τα σκουπίδια, ανέβηκα τις σκάλες, και τα γυαλιά ήταν ακόμα εκεί. Πάλι, τα προσπέρασα, και τότε ήρθαν τα πρώτα περίεργα – ένας αχνός ήχος, ρυθμικός, κάτι σαν νύχι πάνω σε τσιμέντο. Αλλά το προσπέρασα, “γάτα θα ‘ναι”, σκέφτηκα.
Μπήκα μέσα, πλύθηκα στα γρήγορα, πέταξα τα ρούχα στο πλυντήριο. Ένα γουργουρητό και ένα τρανταγματάκι από το πλυντήριο, τίποτα το σπάνιο. Κάθισα λίγο στο κρεβάτι, χωρίς να ανάβω φως, μόνο με το πορτοκαλί λαμπάκι που έμπαινε από το απέναντι μπαλκόνι – οι απέναντι άφηναν πάντα το φως στην κουζίνα. Άρχισα να χαζεύω κάτι στο κινητό πριν με πάρει ο ύπνος.
Γύρω στη μία και μισή τα μάτια μου έκλειναν, και τότε άκουσα πάλι αυτόν τον ήχο, πιο ξεκάθαρα – όχι πια σαν ζώο, αλλά κάτι ρυθμικό, επιμελώς αργό: τσακ-τσακ-τσακ στις σκάλες απ’ έξω. Σκέφτηκα πάλι για τους πάνω, τους φανταζόμουν να σέρνουν καρέκλες ή να ψάχνουν κάτι στα σκοτεινά. Αλλά ήταν τόσο σταθερό, τόσο μετρημένο, που ένιωθα λες και κάτι το έκανε επίτηδες.
Σηκώθηκα, πήγα ως την πόρτα. Έβαλα το μάτι από το ματάκι. Τίποτα. Ο διάδρομος ήσυχος, το φως χαμηλό, μόνο εκείνα τα γυαλιά – ήταν ακόμα εκεί, και είμαι σχεδόν βέβαιος πως είχαν αλλάξει θέση, λες και κάποιος τα είχε μετακινήσει μισό μέτρο πιο πέρα. Πάγωσα. Πέρασαν δευτερόλεπτα – ο ήχος είχε σταματήσει.
Ξάπλωσα ξανά. Δίπλα μου, στο κομοδίνο, το ρολόι είχε μείνει στάσιμο στις 01:46, κάτι που δεν το είχα παρατηρήσει, μένει συχνά από μπαταρία ή διακόπτει το ρεύμα, παλιό σπίτι… Όμως τότε ξέσπασε πάλι ο ήχος, αυτή τη φορά έξω ακριβώς από την πόρτα μου, όχι στις σκάλες. Σα να σέρνει κάτι βαρύ, μετά σιωπή.
Πέρασε ώρα, ή έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον. Είχα αγκαλιάσει το μαξιλάρι, δεν πήγαινε το μυαλό μου να κοιμηθώ. Όλο αφουγκραζόμουν – το πλυντήριο σταμάτησε, κι ακούστηκε ένα γδούπισμα στην κουζίνα, κουδουνάκι που έπεσε από κάπου. Σηκώνομαι σιγά-σιγά, φορώ τις παντόφλες μου, πάω προς την κουζίνα και βλέπω το κουδουνάκι του γάτου μου κάτω, να κουνιέται ακόμα, ενώ ο γάτος ήταν ξαπλωμένος ψηλά πάνω στο ψυγείο – κίνηση καμία από αυτόν.
Γυρίζοντας στο διάδρομο για να δω μήπως είχε μπει τίποτα από το παράθυρο, παραξενεύτηκα στη σκιά: εκεί, στο πάτωμα κοντά στη πόρτα, φαινόταν σκόρπια λίγη άμμος, όπως αυτή που κολλάει στα πέλματα το καλοκαίρι, μόνο που είχε σχηματίσει κάτι σαν μικροσκοπικό μονοπάτι. Ακολούθησα τη γραμμή, πάλι ως το ματάκι. Τίποτα – σιωπή έξω, η πόρτα μου ασφαλισμένη.
Τότε άκουσα φασαρία στο διαμέρισμα απέναντι – η πόρτα έκλεισε απότομα, βήματα στο διάδρομο και το ασανσέρ που κάποιος κάλεσε άρον άρον. Έριξα μια ματιά από το παραθυράκι της κουζίνας προς τα έξω. Κάποιος κατέβαινε βιαστικά χωρίς να κοιτάει καν το σπίτι μου. Εκείνη τη στιγμή, άκουσα τρίξιμο στο μπαλκόνι· το σκοινί με τα ρούχα τεντώθηκε ανεξήγητα, σαν κάτι βαρύ να είχε πιαστεί πάνω του. Όρμησα να μαζέψω το παράθυρο.
Το υπόλοιπο βράδυ το πέρασα στην άκρη του κρεβατιού με τα φώτα ανοιχτά, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου πως τίποτα δεν συμβαίνει. Το περίεργο είναι πως, στις τέσσερις παρά, πήρα και βγήκα να το δω. Τα γυαλιά ηλίου δεν ήταν πια εκεί, ούτε άμμος στις σκάλες.
Την επόμενη μέρα, το μόνο που βρήκα ήταν μια μικρή υγρή κηλίδα στην πόρτα της εισόδου· αδύνατο να καταλάβω τι ήταν. Κατέβηκα στο υπόγειο να πάρω κάτι από το παλιό ντουλάπι — και εκεί, στις σκιές της αποθήκης, δίπλα σε ένα κάδο που μυρίζει πάντα μουχλιασμένο γυαλί, άκουσα ξανά το ίδιο ήσυχο, επίμονο τσακ-τσακ-τσακ, πολύ κοντά πια, στο ίδιο σημείο κάθε φορά. Μερικές φορές, με πιάνει αλλόκοτος φόβος, και σιωπηλά μετανιώνω που είχα απλώς πετάξει τα σκουπίδια.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
(Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.)