Δεν ξέρω καν σε ποιον να το πω αυτό. Ντρέπομαι κιόλας κάπως — δεν έχω πέσει ποτέ σε τέτοιες ιστορίες, ξέρεις, φαντάσματα και τέτοια. Αλλά θα το πω όπως το έζησα, κι ας ακουστώ παράλογος.
Προσπαθώ να τοποθετήσω τη μέρα ακριβώς. Ήταν καθημερινή, δεύτερα – τρίτη βράδυ, τέλη του Σεπτέμβρη. Δούλευα ως συνήθως μέχρι αργά, ο υπολογιστής άφηνε μια γαλαζωπή λάμψη στον τοίχο, το μόνο άλλο φως που είχα ήταν η λάμπα στο γραφείο. Είχα αφήσει ανοιχτό ένα μικρό παράθυρο δίπλα μου. Έμπαινε δροσιά, μυρωδιά φθινοπώρου, λίγο καμένο ξύλο από κάποιο τζάκι στη γειτονιά. Αυτή ησυχία που έχει η Αθήνα όταν όλοι μπαίνουν μέσα, μετά τις εννιά.
Η πολυκατοικία μας είναι σχετικά ήσυχη, αλλά εκείνη τη νύχτα κάτι ήχησε παραπάνω, κάπως περίεργα από τον διάδρομο: ήταν σαν βήματα, όμως αργά, σέρνοντας. Έκλεισα τα ηχεία, σκέφτηκα ίσως έκανε βόλτα ο γείτονας του τρίτου, ο κύριος Παναγιώτης. Δεν του έδινα σημασία. Συνέχισα να δουλεύω.
Μετά από λίγη ώρα — ήταν δέκα και κάτι — ήχησε η πόρτα μου. Όχι το κουδούνι, όμως. Τρεις γρήγορες χτύποι, ξένοι, επίμονοι. Εγώ δεν περίμενα κανέναν. Κοίταξα το ματάκι — τίποτα. Ούτε ψυχή στον διάδρομο. Μόνο η πόρτα της κυρίας Ευθαλίας, από απέναντι, φαινόταν ελαφρώς μισάνοιχτη, κάτι που δεν το κάνει ποτέ, είναι κολλημένη με την ασφάλεια.
Άφησα το ματάκι. Προσπάθησα να συγκρατήσω το νευρικό γέλιο που ανέβαινε μέσα μου, με σκέψη, «έλα μωρέ, τυχαίο θα ’ναι όλα». Έκατσα πάλι, αλλά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Κάτι μ’ έτρωγε, δεν ξέρω τι. Ησυχία πλήρης, ούτε θόρυβος απ’ το ασανσέρ, τίποτα. Έκανα να πάω κουζίνα για να πιω λίγο νερό.
Εκεί, στο μικρό διάδρομο προς την κουζίνα, κάθεται ένας παλιός καθρέφτης στον τοίχο, από εκείνους με το μαύρο ξύλο. Δεν τον κοιτάω ποτέ, μ’ εκνευρίζει. Εκείνο το βράδυ, όπως περνούσα βιαστικά, το μάτι μου έπεσε για μια στιγμή πάνω του. Είδα — ή έμοιαζε να βλέπω — κάτι σαν σκιά, πολύ κοντά μου, αλλά χαμηλότερα, σαν να στέκεται δίπλα στον αστράγαλό μου. Δεν γύρισα. Μόνο που ήπια το νερό με κοφτές γουλιές, το χέρι μου έτρεμε κάπως.
Γύρισα στο γραφείο. Άνοιξα τη μουσική χαμηλά, ανέβασα την ένταση, ήθελα να γεμίσω τον θόρυβο. Έσβησα τις ειδοποιήσεις, μα κάθε τόσο, έπιανα τον εαυτό μου να ακούει πιο πολύ το διάδρομο έξω, παρά τα κομμάτια που έπαιζαν στα ακουστικά.
Κάπου στις έντεκα, ενώ πήγαινα ξανά να κλείσω το παράθυρο, παρατήρησα πως το δωμάτιο είχε μια μυρωδιά παλιού χώρου, υγρασίας — δεν ήταν του φθινοπώρου πια. Ήταν στυφή, σα να έχει μείνει σπίτι κλειστό για χρόνια. Οι τοίχοι, οι γωνίες, έμοιαζαν πιο σκούροι. Έκοψα το βήχα μου, πάτησα το κουμπί για το φως στον διάδρομο, αλλά το φώς τρεμοέπαιζε, μετά έσβησε. Το παράξενο είναι πως όλα τα άλλα φώτα δούλευαν κανονικά.
Έμεινα ακίνητος λίγα δευτερόλεπτα στη σιγή. Από το κάτω διαμέρισμα ακούστηκε τότε ένα σύρσιμο επίμονο, μακρόσυρτο, σαν να τραβούσε κάποιος ένα έπιπλο αργά πάνω στο πάτωμα. Δεν είναι έπιπλά μας αυτά όμως, το χω προσέξει, έχουν μοκέτα — δεν γίνεται να κάνει έτσι θόρυβο. Το σύρσιμο σταμάτησε απότομα, νιώθοντας ότι τώρα ησυχία δε σήμαινε ασφάλεια, αντιθέτως.
Έσβησα τον υπολογιστή. Οι λαμπίτσες έμειναν να προβάλουν σκιές στον τοίχο. Πήρα μια βαθιά ανάσα και γύρισα να μπω στο υπνοδωμάτιο. Ο καθρέφτης πάλι στο διάβα μου, με έκανε να κοντοσταθώ αθέλητα. Αυτή τη φορά, σαν κάτι να καθρεφτίζονταν στο βάθος του δωματίου — μια κίνηση ή μια πιο σκούρα σκιά. Όχι πια στις άκρες των ματιών μου, αλλά ευθεία, στο ύψος του βαθέως μαύρου στο κέντρο του καθρέφτη. Πλησίασα λίγο, κι εκεί, για μια φευγαλέα στιγμή, είδα κάτι που ακόμα νιώθω σαν υγρασία στην πλάτη: δικά μου πόδια, μα διπλά — τα κανονικά και, πίσω από αυτά, ένα δεύτερο ζευγάρι πόδια, πιο κοντά στο πάτωμα, πιο μαύρα, πιο λεπτά.
Τώρα, αν πω ότι δεν ούρλιαξα, θα πω ψέματα. Ούτε όμως βγήκε φωνή απ’ το στόμα μου, ήταν σα να εξαφανίστηκε απ’ τον λαιμό μου, σα να την ρούφηξε το βάρος μέσα στο σπίτι. Έτρεξα στην κάσα της πόρτας, γύρισα αμέσως το φως — τίποτα. Κανείς στον διάδρομο, ούτε εκεί, ούτε στα δωμάτια. Το μόνο που έμενε, το μόνο ζωντανό στο σπίτι, ήταν η μυρωδιά στυφής υγρασίας κι ένα παράξενο, εκνευριστικό αίσθημα ηλεκτρικού σπινθήρα μέσα στο στήθος μου.
Κάθισα στο πάτωμα και περίμενα, εντελώς ανόητος, μέχρι να ξημερώσει. Δεν άκουσα άλλους ήχους, δεν είδα άλλες σκιές — μόνο εκείνο το βαμπαρένιο φως πριν ξημερώσει που έμπαινε απ’ το σαλόνι, κάνει τα πάντα να φαίνονται ξεπλυμένα, ψεύτικα. Μόλις ο ήλιος φάνηκε λίγο, μάζεψα μερικά ρούχα, κινητό και πορτοφόλι και έφυγα. Δεν ξανακοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Έχουν περάσει εβδομάδες και από τότε αποφεύγω τις σκιές. Τον καθρέφτη τον κάλυψα με ένα σεντόνι, και κάθε βράδυ που περνάω απ’ αυτόν, ακούω — ή νομίζω πως ακούω — το ίδιο σιγανό σύρσιμο πάνω στα πατώματα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παναγιώτης.