Τρομακτικές Ιστορίες – Η υγρή φιγούρα κάτω από τη σκάλα

Δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο εκείνο το βράδυ. Ένα συνηθισμένο απόγευμα Τρίτης, στα τέλη του Οκτώβρη, που το φθινόπωρο είχε πιάσει για τα καλά. Οι δρόμοι μύριζαν βρεγμένο χώμα και φύλλα, κι εγώ, όπως σχεδόν πάντα, καθόμουν μέχρι αργά στο παλιό διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη. Δεν είχα κάτι να κάνω, τηλεόραση δεν άνοιξα – μου άρεσε να ακούω τους ήχους απ’ έξω: τα αυτοκίνητα, καμιά περαστική φωνή, τα ασανσέρ που ανεβοκατέβαιναν στις διπλανές πολυκατοικίες. Μόνο εκείνο το βράδυ, έκανε μια περίεργη υγρασία ―**σαν να κολλούσε ο αέρας πάνω σου**.

Ξεκίνησα να μαζεύω απλωτά ρούχα απ’ το μπαλκόνι, στην πίσω πλευρά. Τα φώτα όλων σχεδόν των διαμερισμάτων ήταν σβηστά. Από απέναντι φαινόταν μόνο μια ξεθωριασμένη κουρτίνα να σαλεύει, παράξενα ήσυχα, στο παράθυρο της κυρίας Λένας ― που όμως ήξερα ότι είχε πάει εδώ και μέρες στην κόρη της στη Θεσσαλονίκη. Ξαναμπήκα μέσα σκεπτικός, αφήνοντας πίσω την μπουγάδα, κι έκανα να ανάψω τα φώτα στον διάδρομο.

Το φως αναβόσβησε, όχι για πολύ, και μετά άνοιξε κανονικά. Δεν το έκανα θέμα, αλλά για λίγο έμεινα να κοιτάζω τον διακόπτη — κάτι περίεργο είχε μείνει στη γωνία του ματιού μου, μια μικρή σκιά στην πόρτα της αποθήκης, κάτω από την ξύλινη σκάλα που έβγαζε στη σοφίτα.

Δεν έδωσα σημασία. Το ίδιο βράδυ, άκουσα πάλι τον ήχο. Μια τρίξιμο, σαν χαμηλός βόμβος, αδύναμος αλλά σταθερός, να έρχεται από τα ξύλα. Νόμισα στην αρχή ότι ήταν ποντίκι, ή ίσως ξύλινα δοκάρια που συστέλλονταν με τη δροσιά. Έβαλα ένα φλιτζάνι καφέ, έκατσα στον καναπέ με ένα βιβλίο αγκαλιά, μέχρι που άρχισαν τα πράγματα να αλλάζουν.

Ξεκίνησε με μια ελαφριά μυρωδιά στο διάδρομο, κάτι μεταξύ κλεισούρας και υγρασίας, αλλά πιο πηχτό, σχεδόν γλυκερό. Έκλεισα τη μύτη, να μην το σκέφτομαι, κι είπα στον εαυτό μου πως η αποθήκη θέλει επιτέλους συμμάζεμα. Μα όσο περνούσε η ώρα ―και είχε τώρα πάει σχεδόν μια το πρωί― η αίσθηση αυτή μεγάλωνε. Έπιασα να ακούω κάτι να σύρεται, σιγά-σιγά, πάνω στα παλιά πατώματα. Κάθε λίγο, ανέβαινε η θερμοκρασία του διαδρόμου, κι ας είχε έξω δροσιά. Κάπου άξαφνα έσβησε το φως της κουζίνας. Δεν είχα κλείσει διακόπτη.

Έβαλα την πλάτη μου στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας κι έμεινα να ακούω. Όλο το σπίτι ήταν σιωπηλό, οπότε εκείνο το πρώτο **τακ-τακ… τακ-τακ** έμοιαζε δυνατό σαν σφυριά. Μα δεν ήταν βηματισμός ανθρώπου — ήταν ένα ανώμαλο χτύπημα, λες και κάτι βαρύ… ή και δυσκίνητο, κουτούλαγε στις γωνίες. Έπνιξα το ένστικτο να ανάψω όλα τα φώτα, κάπως ντρεπόμουν για τον ίδιο μου τον φόβο. Αλλά το τακούνισημα πλησίαζε, σταθερά· έφτανε τώρα κοντά στην ξύλινη σκάλα.

Άκουσα κάτι σαν νιάουρισμα, λίγο βραχνό, από κάτω, και μετά πάλι βήματα. Τράβηξα κουβέρτα –ναι, μεσηλίκας άνθρωπος– κι έμεινα ακίνητος. Ήξερα ότι αν πλησίαζα, ίσως με το φως να άλλαζαν όλα και να γελούσα με τον εαυτό μου. Μα κάτι μέσα μου δεν μ’ άφηνε να κουνηθώ, σαν να περίμενε η στιγμή αυτή χρόνια και δεν ήθελε να τη χάσει τώρα που ήρθε.

Το φως στον διάδρομο χαμήλωσε μόνο του και τότε παρατήρησα το παράθυρο της κουζίνας ανοιχτό –δυο πόντους, όσο να περάσει το χέρι ενός παιδιού. Δεν το είχα ανοίξει ποτέ· είμαι μερακλής με τα βυσσινά, φοβάμαι μη βρουν τρόπο τα περιστέρια. Πηγαίνω να το κλείσω, και τότε κάθε όγκος στο σπίτι δείχνει αλλιώτικος· τα έπιπλα βαραίνουν στον χώρο, οι σκιές φωλιάζουν πιο κολλητά στις γωνιές. Ένα ασθενικό φως του δρόμου δείχνει αχνά τα πόδια μου, κι από πίσω μου, στον καθρέφτη της πόρτας, κάτι σχεδόν περνάει —όχι μορφή, περισσότερο μια λεπτή πάχνη, σαν συμπύκνωμα υγρασίας, στο σχήμα ανθρώπου, μόνο που τρεμοπαίζει σαν να ψάχνει ισορροπία.

Κλείνω το παράθυρο σιγανά—δεν θέλω να κάνω θόρυβο—κι αμέσως νιώθω ότι κάποιος με παρατηρεί από πολύ κοντά. Στο τζάμι διακρίνω μια ανώμαλη θαμπάδα, λες κι έχει σταθεί ανάσα, μα όχι δική μου: δεν είναι στο ύψος του προσώπου μου, αλλά χαμηλότερα, εκεί που αφήνουν αποτύπωμα τα παιδικά χέρια.

Τότε ακούγεται το θρόισμα, βραχνό και υγρό, πίσω από τη σκάλα. Δεν έχω μεγαλώσει σε σπίτια με παλιά σκάλες —όμως ξέρω τη φθορά του ξύλου, το σπάσιμο του αχνού, και αυτό δεν ήταν ήχος παλιού ξύλου. Ήταν πιο ζωντανό… πιο αποφασιστικό. Σταγκρίζω, μα ο ήχος ακολουθεί, σα να παρατηρεί τι θα κάνω.

Αποφασίζω να ρίξω μια ματιά. Με τα χέρια στις τσέπες, δήθεν άνετος, πλησιάζω προς τη σκάλα. Ένας ξαφνικός αέρας μου χτυπά το πρόσωπο μέσα στο κλειστό σπίτι, παγωμένος και με μυρωδιά παλιάς μούχλας. Κοιτάζω κάτω απ’ τα σκαλοπάτια κι ορκίζομαι –σταυρό δεν κάνω, αλλά τέτοιο πράγμα δεν είχα δει– ότι για λίγο, πάρα πολύ λίγο, διαγράφεται μια φιγούρα. Υψηλή, λεπτή σα σύρμα, με κάτι που μοιάζει με σκούφο ή σκιά. Δεν έχει πρόσωπο, όχι κανονικά. Μόνο ένα αχνό άσπρο που τρεμοπαίζει, σαν να τρεμοσβήνει φως κάτω από πάγο.

Η γρατζουνιά στον τοίχο, κάτω από το σοβατεπί, δεν ήταν εκεί το απόγευμα. Δύο παράλληλες γραμμές, ακανόνιστες μα έντονες, κάτι σαν νυχιά ή μαχαίρι που δεν είναι αρκούντως κοφτερό. Έβαλα το χέρι μου κοντά και η υγρασία σηκώθηκε πιο ψηλά, λες κι αυτό το… ό,τι ήταν, πέφτει πάνω μου να με μυρίσει.

Γύρισα προς την πόρτα να φύγω, να βγω έστω στο κλιμακοστάσιο, όταν μέσα στη σιωπή έπεσε ένα γερό ΚΛΑΝΓΚ. Κάτι πάνω στη σκάλα μετακινήθηκε ― πάλι bukan βήματα, αλλά σαν πολλά μικρά δάχτυλα να κυλάνε μαζί, αφύσικα αργά.

Κλείδωσα, σχεδόν λύγισα από το φόβο, αλλά κράτησα το βλέμμα προς τα σκαλοπάτια, έτοιμος να αντικρίσω ό,τι και να φανεί. Μα το μόνο που ήρθε ήταν μια παγωμένη σιωπή, τόσο απόλυτη που με πονούσαν τ’ αυτιά μου. Και για λίγα δευτερόλεπτα, ονειρεύτηκα –ξυπνητός πάντα– ότι κάποιος μιλούσε πολύ σιγά στο αφτί μου, έναν ήχο που κανείς άλλος στο σπίτι δεν θα μπορούσε ν’ ακούσει.

Δεν ξέρω αν έφυγε, αν κρύβεται ακόμη στη σκάλα ή στις σκιές μου. Μείνω να κοιτάζω επί πέντε λεπτά το χερούλι της πόρτας, ενώ καρφωμένα τα μάτια μου κάνουν κύκλους στη γωνιά που σαλεύει το σκοτάδι.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.