Τρομακτικές Ιστορίες – Η σκιά στο περίπτερο των Αμπελοκήπων

Εκείνη τη μέρα, δεν υπήρχε κανένας λόγος να φοβηθώ κάτι. Ήμουν απλώς κουρασμένος από τη δουλειά – ξέρετε πώς είναι, καθημερινές που σέρνονται, τα ίδια και τα ίδια, βράδια που το μόνο που θέλεις είναι να φτιάξεις έναν καφέ και να χαζέψεις λίγο στη βεράντα μέχρι να αλλάξει η διάθεσή σου. Έμενα τότε σε ένα διαμέρισμα στους Αμπελόκηπους, σε μια παλιά, σχεδόν ξεχαρβαλωμένη πολυκατοικία απ’ αυτές που η πόρτα του ασανσέρ ανοιγοκλείνει πάντα κάπως στραβά, και οι γείτονες λένε καλημέρα με μάτια μισόκλειστα και φωνή σαν να βγαίνει από μούχλα.

Εκείνο το βράδυ το θυμάμαι περίεργα ήρεμο, σαν να ‘χε φιλτράρει τη φασαρία η πόλη – ελάχιστη κίνηση στον δρόμο, μόνο δύο γατιά ξύνονταν στη ρόδα ενός ξεχασμένου βαν. Έφτιαξα τον καφέ κι έκατσα στο μικρό τραπεζάκι της βεράντας. Ο αέρας κουβαλούσε βρώμα απ’ τους κάδους, κάτι γνώριμο όμως, τίποτα ασυνήθιστο – μέχρι που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι εκτός από τα γατιά, δεν ακουγόταν τίποτα.

Μιλώ όχι για απλό βράδυ, αλλά για μια σιγή κολλημένη σαν λεκές σε πανί. Σκέφτηκα τότε πόσο περίεργο ήταν, ούτε ένας περιπτεράς, ούτε ο γείτονας με το σκυλί του, ούτε η τηλεόραση της απέναντι κυρίας, εκείνη με τα γκριζόασπρα σγουρά μαλλιά. Όλα σαν να είχαν παγώσει, και το μόνο που ακουγόταν ήταν το μικρό κουδουνάκι στο λαιμό του γάτου, τόσο χαμηλά που στο τέλος νόμιζα πως το φαντάστηκα.

Έμεινα εκεί, με το φως από το πορτατίφ να χρωματίζει το μπεζ τραπεζομάντιλο και τα τσιγάρα πεταμένα στη μέση. Έξυσα από αμηχανία το δάχτυλό μου στο φλιτζάνι, αλλά τότε το μάτι μου έπιασε κάτι στο πεζοδρόμιο απέναντι — μια κίνηση, αργή, τόσο ανεπαίσθητη που αν γυρνούσα έστω και για ένα δευτερόλεπτο θα είχε χαθεί.

Στην αρχή νόμιζα πως ήταν κάποιος άστεγος που έψαχνε στα σκουπίδια· τέτοια είχε η γειτονιά. Όμως δεν ακουγόταν σακούλα, δεν ακουγόταν τρίξιμο καρότσι, δεν ακουγόταν τίποτα. Το πεζοδρόμιο ήταν σκουπισμένο, τα φώτα του δρόμου έβγαζαν εκείνο το θαμπό, πιτσιλωτό φως, αλλά… παραήταν ήσυχα.

Καθώς χάζευα, παρατήρησα κάτι στις σκιές. Μια σκιά πιο πυκνή από τις άλλες, πιο βαριά, σχεδόν σαν να γαντζωνόταν στη γωνία του περίπτερου. Δεν έβλεπα τίποτα συγκεκριμένο – ήταν περισσότερο αίσθηση παρά εικόνα, σαν να ήμουν βέβαιος ότι κάτι βρίσκεται εκεί κι ας ήταν το μόνο σκοτεινό σημείο στη μέση του πεζοδρομίου. Ο γάτος είχε εξαφανιστεί κι ένας αέρας λες και βρωμούσε γη και παλιά υγρά χαρτιά τρύπωσε μέχρι τη βεράντα.

Σήκωσα το φλιτζάνι∙ τα χείλη μου άγγιξαν τον καυτό καφέ, μα το μυαλό μου ήταν κολλημένο στα μάτια που τώρα ένιωθα να με καρφώνουν από το απέναντι πεζοδρόμιο — παρά ποτέ να κοιτάς πολύ. Είναι εκεί, μα δεν το βλέπεις. Ένα βήξιμο αντηχούσε στο κεφάλι μου, ήχος βραχνός, ξένος, σχεδόν ανθρώπινος μα με κάτι στραβό μέσα του, κάτι αρνητικό. Νόμιζα ότι ήταν κάποιος περαστικός, μα το βήξιμο επαναλήφθηκε, πιο κοντά, χωρίς να προηγείται βήμα.

Έβαλα έναν ακόμη κύκλο τσιγάρο στο στόμα κι αναρωτήθηκα αν έχω πιει παραπάνω καφέ ή αν απλώς είχα κουραστεί τόσο που έφτιαχνα σενάρια. Χαμογέλασα με τον εαυτό μου και γύρισα να μπω πάλι μέσα. Καθώς έκλεινα τη μπαλκονόπορτα, τα μάτια μου έψαξαν, ξανά, σχεδόν με πείσμα, τις σκιές. Κι εκεί, για ένα δευτερόλεπτο –και το λέω το ξέρω πως ακούγεται παραληρηματικό– ένιωσα το βλέμμα να με ακολουθεί, ένιωσα να γαντζώνομαι σε μια παρουσία που δεν ήταν ούτε απόλυτα εδώ ούτε εντελώς αλλού.

Έκλεισα και τις κουρτίνες εκείνο το βράδυ, αν και πάντα τις είχα ανοικτές να μπαίνει λίγο από το φως του δρόμου. Έβαλα ραδιόφωνο – κάτι να γεμίζει το κενό της σιωπής. Κάποια στιγμή πρέπει να αποκοιμήθηκα στον καναπέ, γιατί με ξύπνησε ο θόρυβος από το παλιό ψυγείο που πήρε μπρος μ’ έναν δυνατό θόρυβο, σαν βραχνάδα γέρου.

Το ρολόι έγραφε 3:24. Τα φώτα του δρόμου έμπαιναν κάτω από τη χαραμάδα της κουρτίνας. Σηκώθηκα, νιώθοντας βάρος στο στήθος, σαν να μ’ είχε πλακώσει κάποιος στον ύπνο. Άκουγα έναν ήχο από το ταβάνι – όχι δυνατά, μα επίμονα, κάτι σαν σούσουρο, σαν ξύσιμο στο ξύλο ή φτερούγισμα μικρής νυχτερίδας.

Βγήκα να βάλω νερό. Η κουζίνα είχε παγωνιά – σίγουρα, πιο κρύα από το υπόλοιπο σπίτι. Μια λεπτή μυρωδιά χώματος ερχόταν απ’ το σιφόνι της βρύσης. Από το μικρό άνοιγμα της κουρτίνας είδα πως το περίπτερο ήταν ακόμη βυθισμένο σε λάθος σκοτάδι, πολύ πιο βαθύ απ’ όσο επιτρέπουν τα φώτα του δήμου.

Σκιά, η ίδια, στο ίδιο σημείο. Ήμουν τόσο βέβαιος. Αυτή τη φορά, κάτι μου ήρθε – σαν να χαμογελούσε εκεί μέσα, κάτι να χαμογελάει σ’ ένα βάθος που δεν έχει στόμα.

Έμεινα εκεί κάμποση ώρα, με το νερό να χύνεται αργά στο ποτήρι. Δεν ξέρω πόσο – ήταν από τις σιωπές που ρουφάνε χρόνο, που νιώθεις ότι δεν θα φωτίσει ποτέ το πρωί. Η σκιά παρέμεινε, βαρύτερη. Έκλεισα το φως και γύρισα να ξαπλώσω μηχανικά, αλλά το κορμί μου κουβαλούσε ακόμα ένα δέος, μια δυσκολία να γεμίσει τα πνευμόνια μου αέρα.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα με την πλάτη μου κολλημένη στον τοίχο. Η μέση μου πονούσε παράξενά. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να βγω στη βεράντα να πάρω λίγο ήλιο. Έβγαλα το κεφάλι έξω: τα πάντα στη θέση τους – τα φυτά μου, τα γατιά να χτενίζονται στο φως, η πόλη ξύπνια πια, με κόρνες και τη φωνή του ταξιτζή απέναντι. Όμως στο πεζοδρόμιο μπροστά απ’ το περίπτερο, έλειπε το χρώμα – τα πάντα έμοιαζαν ξεπλυμένα, ξεθωριασμένα, σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία. Και στη γωνία εκείνη ακριβώς όπου ένιωθα το βράδυ τις σκιές, βλέπω, σκαλισμένο στο τσιμέντο, με μικρά, προσεγμένα γράμματα το όνομά μου.

Το δικό μου, που ορκίζομαι πως δεν το είχα γράψει ποτέ.

Έτρεξα κάτω. Το κοιτούσα αρκετή ώρα. Όσο το κοιτούσα, τόσο πιο φρέσκο φαινόταν το χάραγμα. Οι περαστικοί συνέχιζαν αδιάφοροι. Όλα συνέχιζαν, εκτός από μένα, που ένιωσα απ’ τη ρίζα της σπονδυλικής μου στήλης να σηκώνεται ένας παγωμένος αέρας μέχρι τον αυχένα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαριαλένα.