Ήταν μια Τετάρτη, νομίζω, κάπου τέλη Φλεβάρη. Δουλειά ως αργά, ξενυχτισμένος, με τα νεύρα μου τσιτωμένα από το γραφείο, το μόνο που ήθελα ήταν να πάω στο σπίτι να φάω κάτι και να πέσω για ύπνο. Δεν το θυμάμαι και πολύ ζωντανά το υπόλοιπο της μέρας—πολύς θόρυβος, φώτα ψηφιακά, γραπτά μηνύματα στο κινητό, τα ίδια και τα ίδια. Όλα μαλακά, θαμπά. Η διαδρομή για το σπίτι ήταν αυτή που πάντα μ’ ενοχλούσε: από μια παρακαμπτήρια, παλιά συνοικία στα Βριλήσσια, με σπίτια χαμηλά, μαντράκια, γάτες στους κάδους κι εκείνα τα σβηστά φώτα της Δημοτικής, παλιά, κιτρινισμένα, σαν να ‘χεις κομμένη φωτογραφία από τη δεκαετία του ογδόντα.
Τελειώνει το ωράριο, παίρνω το αυτοκίνητο, βγαίνω από Κηφισίας στο στενό που οδηγεί στο σπίτι. Έκανε ψύχρα εκείνο το βράδυ, μια λεπτή ομίχλη πάνω απ’ το οδόστρωμα. Ούτε φωνές, ούτε πειράγματα, ούτε τα καθιερωμένα γαβγίσματα από το διπλανό σπίτι – αυτό που με έβαλε σε σκέψεις, τότε, αλλά το αγνόησα, ήταν κάτι μικρό: το νερό που κυλούσε από τη σπασμένη υδρορροή, έπαιζε αλλόκοτους ήχους πάνω στα πλακάκια, κάπως πιο… ρυθμικά, ας πούμε, σαν μικρό μετρονόμο.
Κλείδωσα το αμάξι και κράτησα την τσάντα μου, το σακάκι ριγμένο στον ώμο. Ένα παράθυρο από απέναντι άναψε ξαφνικά και μια σκιά πέρασε από μέσα—όχι ανθρώπινη, ή, ας πούμε, ανθρώπινη υπό συνθήκες, πιο ψηλή και λεπτή, σχεδόν επίπεδη που με έκανε να ‘νιώσω άβολα. Αλλά εκείνη τη στιγμή το μυαλό φτιάχνει ιστορίες. ΤαΛΕΙΠΟΡΟΥΡΓΗΣΕΣ κάνεις, λέω, πόνταρα σε κούραση.
Μπαίνω στην πολυκατοικία, στην ίδια παλιά είσοδο με το μάρμαρο που γλιστράει, τα γράμματα της θυροτηλεόρασης σβησμένα απ’ τα χρόνια. Δεν είχα διάθεση για ασανσέρ – στον τρίτο μένω – κι έτσι πήρα τις σκάλες. Στα μισά, κοντά στο δεύτερο, άκουσα τα βήματα πίσω μου. Σταθερά, βαριά, με μια προσποίηση ότι προσπαθούσαν να μην ακουστούν. Στο πρώτο δευτερόλεπτο κοίταξα πίσω• τίποτα. Το φως στο πλατύσκαλο τρεμόπαιξε μερικές φορές και σταμάτησε ξαφνικά. Βρέθηκα να στέκομαι στο σκοτάδι, με το μόνο φως απ’ το δρόμο να διαπερνά τη θολή πόρτα εισόδου.
Ανεβαίνω λίγο πιο γρήγορα, φτάνω στον όροφό μου. Ετοιμάζομαι να βάλω το κλειδί στην πόρτα και νιώθω ένα ρεύμα αέρα (πόρτες κλειστές, παράθυρα κλειστά, τέτοιο ρεύμα δεν υπάρχει στην είσοδο). Μυρίζει βρεγμένο χαρτί, κλεισούρα—σαν το υπόγειο του παππού μου που πάντα το απέφευγα μικρός.
Ανοίγω την πόρτα, σκοτεινό το διαμέρισμα. Απλώνω το χέρι να ανάψω το διακόπτη—τίποτα. Κάνω να πάρω το κινητό, να ανάψω φακό. Κάτι τρίζει στο πάτωμα, στο σαλόνι, ένα ήσυχο γλίστρημα, αργό, σαν να τραβάς βαρύ χαλί. Τα φώτα κάνουν ένα τελευταίο τρέμουλο και ανάβουν, ίσα που προλαβαίνω και φαντάζομαι ή βλέπω (δεν μπορώ να το ξεχωρίσω ακόμα και τώρα) κάτι σαν σκιά στο βάθος, πίσω από την κουρτίνα του σαλονιού. Μικρή, το πολύ τρία-τέσσερα δευτερόλεπτα. Μετά τίποτα.
Στέκομαι στην είσοδο, η καρδιά μου δυνατά, περιμένω λίγο μήπως ακούσω κάτι ακόμη. Από τη σιωπή μόνο ακούγεται το ρολόι τοίχου, ο ανεξήγητος εκείνος ήχος, σαν ψιθύρισμα από τις σωλήνες της θέρμανσης. Πηγαίνω στην κουζίνα, βάζω νερό, ψάχνω με το μάτι από συνήθεια αν όλα είναι στη θέση τους. Φλιτζάνι, ζάχαρη, κουτάλι, νερό βραστό. Δεν άκουσα τίποτα άλλο, τακτοποίησα τον εαυτό μου με τις ρουτίνες, έτσι το κάνω πάντα για να ξεχαστώ.
Κάποια στιγμή το μάτι μου έπεσε στο παπούτσι, στο χολ. Ένα αθλητικό, δικό μου, αλλά στη λάθος μεριά. Πηγαίνω να το φέρω κοντά, το σηκώνω και βλέπω λασπωμένο νερό. Κοίταξα το χαλί από κάτω – δυο στάμπες, σαν αποτύπωμα, αλλά το ένα φαινόταν λίγο πιο μεγάλο, λίγο πιο φαρδύ απ’ το πόδι μου. Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν η βδομάδα που είχα δουλέψει, ότι ίσως έφερα εγώ τη λάσπη, αλλά κάτι δεν κόλλαγε στη μυρωδιά – το νερό, το χώμα μύριζαν λίγο πιο παράξενα, μου έφτιαχναν στο λαρύγγι έναν κόμπο.
Μέχρι να φάω το τοστ στην κουζίνα, να βάλω κάτι στη τηλεόραση – κάποιο σίριαλ που δεν πρόσεχα – το περιστατικό είχε σταδιακά θολώσει στον νου μου. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως φανταζόμουν. Κάθε τόσο άκουγα όμως κάτι σαν χάδι στα περβάζια, σαν χαρακιές στον τοίχο, και μια σκιά πέρναγε, μόνο αμυδρά, στην άκρη του φωτός. ‘Έκανα να σηκωθώ να ελέγξω την μπαλκονόπορτα και το παράθυρο κουζίνας – όλα κλειστά. Η πόρτα της τουαλέτας μισάνοιχτη, όπως πάντα.
Μπήκα για μπάνιο λίγο μετά τις έντεκα. Εκεί μέσα ησυχία, μόνο το νερό που έσταζε από το σπασμένο τηλέφωνο του ντους. Ξαφνικά ακούω το παλιό ρολόι-ξυπνητήρι απ’ το κομοδίνο να χτυπάει ένα «τικ-τικ» που ποτέ δεν έκανε τόσο δυνατά. Ήχος σαν να χτυπάει μπρούντζος σε πλακάκια. Περίεργο, γιατί εκείνη τη μέρα το είχα ξεχάσει στο συρτάρι—και ήθελε δυο χέρια γερά να το σηκώσεις το συρτάρι εκείνο. Το μόνο που έκανα ήταν να σταματήσω να σαπουνίζομαι και να ακούσω: τίποτα. Ξανά το ίδιο «τικ-τικ-τικ».
Βγήκα, σώμα ακόμη υγρό, στο χολ, και το πάτωμα πάγος. Στο μισοσκόταδο, το ρολόι στο τραπεζάκι του σαλονιού να γράφει 02:38. Είχαν περάσει πάνω από τρεις ώρες από τη στιγμή που μπήκα σπίτι. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα πώς χάθηκε τόσος χρόνος – ορκίζομαι πως είχα χάσει τα πάντα, μόνο ένα κενό, σαν να έκλεισε μια συνομιλία από το πουθενά.
Πήγα να βάλω κάτι να πιω, ίσως αυτό να βοηθούσε. Η τηλεόραση ακόμη ανοιχτή, έπαιζε κάποια σήματα, γρατσουνιές, σαν να μην έπιανε το σήμα• χιονάκι και σιγανό βουητό σαν φωνή σε φάση που πιάνει τα όρια ακοής σου. Την έκλεισα με τη μία. Εκεί, στο τζάμι του παραθύρου, είδα το είδωλό μου να κοιτάζει – αλλά πιο αργά, λίγο καθυστερημένα από τις δικές μου κινήσεις. Έριξα ματιά να δω αν ήταν απλώς αντανακλαστικό ή το φως πέφτει περίεργα. Όχι. Το είδωλο χαμογέλασε, εγώ δεν χαμογέλασα.
Μέσα στην παγωμάρα μου άκουσα ξανά το ρολόι του τοίχου, σταμάτησε απότομα – μετά έναν ήχο στην είσοδο, σαν κάτι βαρύ να σύρθηκε στον διάδρομο. Μπροστά στην κλειστή πόρτα, ανάμεσα στο φως και τη σκιά, φάνηκε κάτι να σκύβει – ούτε άντρας, ούτε γυναίκα, κάτι σε σχήμα ανθρώπινο, με επιμήκη κορμό που χώρεσε στην χαραμάδα από το κάτω μέρος της πόρτας.
Ορκίζομαι ότι δεν άνοιξε η πόρτα, αλλά το κρύο απ’ το περβάζι απλώθηκε σε όλο το δωμάτιο, η ανάσα μου έκανε σύννεφα. Άκουσα ένα ήχο σαν χαμόγελο, αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να περιγράψω αυτόν τον ήχο. Ούτε και να τον ξεχάσω.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.