Δεν ξέρω αν έχεις βρεθεί ποτέ σε εκείνα τα διαμερίσματα τα παλιά, στις παρυφές της πόλης, που τα έχουν χτίσει πάνω σε λόφους με απότομες κατηφόρες. Εκεί μένω εγώ, στο ισόγειο, με αυλή γεμάτη σπασμένα πλακάκια, έναν ξερό κισσό και μια απλωμένη μπουγάδα που δεν στεγνώνει ποτέ, κι ας μην έχει βρέξει μέρες. Ένα βράδυ του Μάη ήταν, όταν ξεκίνησαν όλα. Μια ημέρα τελείως συνηθισμένη, ούτε καν άξια να τη θυμηθείς.
Θυμάμαι πόση ζέστη είχε. Τα παράθυρα ανοιχτά, η υγρασία να κολλάει σαν ιδρώτας επάνω σε κάθε γωνιά του σπιτιού. Μαγείρεψα φακές, άκουσα το τρανζίστορ να παίζει χαμηλά δίπλα στον νεροχύτη κι έπειτα, έτσι απλά, ξέμεινα στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας να χαζεύω τη σιωπή. Η γειτονιά ήταν πιο ήσυχη από συνήθως, κάτι που δεν μου άρεσε από την αρχή. Ούτε τα παιδιά στη διπλανή αυλή, ούτε οι γιαγιάδες που έβαζαν νερό στις βασιλικές τους. Ένιωθα κάτι να αιωρείται στον αέρα, άγνωστο τότε – τώρα θα το έλεγα βάρος.
Κάπου μετά τις δέκα, θυμήθηκα τη μπλούζα που είχα ξεχάσει απλωμένη έξω. Παραξενεύτηκα που, βγαίνοντας στην αυλή, η μυρωδιά δεν ήταν η γνωστή, της απλυσιάς ή του βρεγμένου χώματος. Μύριζε… σαν παλιό δωμάτιο, βαριά, πνιγηρά, με μια δόση κάτι σα λιβάνι που δεν είχα κάψει ποτέ. Η γάτα μου, που συνήθως λιάζεται δίπλα στη γλάστρα, αυτή τη φορά δεν φάνηκε πουθενά.
Άπλωσα το χέρι να τραβήξω τη μπλούζα και τότε πρόσεξα: το φως από τη λάμπα της αυλής τρεμόπαιζε, λες και έπαιζε κάποιος μαζί του. Πριν προλάβω να σκεφτώ κάτι, μέσα στη σιωπή, ακούστηκε ο ήχος από βήματα. Όχι ανθρώπινα, κάτι πιο ελαφρύ, συγχρονισμένο όμως, αργά, ασταμάτητα – σάμπως και κάποιος περπατούσε ξυπόλυτος στο υγρό τσιμέντο πίσω από τον ξηλωμένο φράχτη μου.
Έμεινα ακίνητος. Τα βήματα σταμάτησαν κι άρχισε αυτό το περίεργο ψιθύρισμα, από μακριά στην αρχή, να φτάνει σιγά-σιγά κοντά. Ούτε ελληνικά, ούτε κάποια γλώσσα που να ’χω ακούσει ποτέ. Σαν να ακούς νερό που κοχλάζει μέσα σε γυαλί, ανακατεμένο με σπασμένα γέλια. Με είχε πιάσει ίδρωτας, μα δεν κουνιόμουν να φύγω.
Το φως έσβησε εντελώς. Για μια στιγμή σκέφτηκα να γυρίσω μέσα, αλλά κάτι με κρατούσε καρφωμένο. Νόμιζα πως έβλεπα μια σκιά πίσω απ’ τον κισσό – έλεγα «θα ’ναι αέρας». Μα ο αέρας δεν αλλάζει εκεί που δεν έχει κλαδιά. Ξαφνικά, ένιωσα στον σβέρκο μου μια ανάσα, κρύα, στεγνή – παράξενο για την υγρή νύχτα – λες και στεκόταν κάποιος έξω, κολλητά πίσω μου.
Μάζεψα το θάρρος που δεν ήξερα ότι έχω κι έκανα ένα βήμα, να μπω στο σπίτι. Τη στιγμή όμως εκείνη, ο κισσός κουνήθηκε βίαια, χωρίς λόγο, λες και κάτι πολύ βαρύ πέρασε από μέσα του. Τα κλαδιά του ξαφνικά είχαν κολλήσει πάνω στο τζάμι, σαν να προσπαθούσαν να τραβήξουν μες στο σπίτι κάτι ή κάποιον. Δεν υπήρχε αέρας. Εγώ δεν ένιωθα πια τίποτα, εκεί, τεντωμένος, καρφωμένος στη σκιά που δεν μ’ άφηνε να γυρίσω. Αλλά ο ήχος αυτός – τα βήματα και οι ψίθυροι – πλήθαιναν, κι έρχονταν όλο και πιο κοντά, σαν χιλιάδες στόματα που έλεγαν το ίδιο ακατανόητο πράγμα ξανά και ξανά.
Λένε πως αν περπατήσεις ανάποδα προς το σπίτι σου, καλείς το κακό να σ’ ακολουθήσει. Δεν το σκέφτηκα τότε, απλά άρχισα να οπισθοχωρώ, χωρίς να γυρνάω πλάτη, ως τη μισάνοιχτη εξώπορτα. Μόλις πέρασα μέσα, έκλεισα με δύναμη, μα – ειλικρινά – δεν άκουσα την πόρτα να κουμπώνει. Κοίταξα απ’ το τζάμι: τίποτα. Ούτε κίνηση, ούτε ήχο – μόνο σιωπή, η πιο πυκνή που είχα γνωρίσει. Πήγα να ξαπλώσω, μα το βλέμμα μου άθελα τραβιόταν στην πόρτα της αυλής – εκεί που δεν μπόρεσα ποτέ να ξεχάσω τη σκιά.
Τις επόμενες νύχτες δεν έκλεισα μάτι. Ακόμα και τώρα, που έχουν περάσει μήνες, η γάτα μου αρνείται να πλησιάσει το παράθυρο της κουζίνας. Το φως της αυλής έχει καεί μα δεν μπορώ να το αλλάξω – όποτε πλησιάζω, αισθάνομαι ένα ρίγος να με τρυπάει ως το κόκαλο, κάτι με εμποδίζει να μείνω εκεί για ώρα. Και η μπλούζα εκείνη; Ακόμα απλωμένη, σαν να έγινε κι η ίδια κομμάτι της νύχτας εκείνης, βαριά σαν τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Κωνσταντίνα.