Τρομακτικές Ιστορίες – Η σιωπή στο σαλόνι της Αντιγόνης

Δεν ξέρω αν αυτή η ιστορία θα φανεί τρομακτική σε κάποιον που δεν βρέθηκε στη θέση μου, κι ίσως να σκεφτείς ότι μεγαλοποιώ δευτερόλεπτα αμηχανίας. Αλλά όλα ξεκίνησαν απολύτως ήσυχα, όπως οι περισσότερες μέρες που δεν περιμένεις τίποτα να αλλάξει.

Ήταν καθημερινή, νομίζω Τρίτη, κατά τις επτά το απόγευμα. Δούλευα από το σπίτι εκείνο το διάστημα — είχα τελειώσει τις βάρδιές μου, είχα βάλει να βράσω μακαρόνια και σκρόλαρα μηχανικά στο κινητό, χωρίς στ’ αλήθεια να διαβάζω τίποτα. Έξω άρχιζε να βραδιάζει αλλά δεν είχα ανάψει ακόμα φως, μόνο το φως απ’ την οθόνη έβαφε λίγο γαλάζια τα πάντα.

Στο σαλόνι με έβγαλε η μυρωδιά απ’ το φαγητό, να μην ξεχειλίσει το νερό. Ήταν μια από κείνες τις ανοιξιάτικες μέρες που, ενώ θα ‘πρεπε ήδη να ‘ναι ζέστη, κάνει ένα περίεργο ψύχος ξαφνικά. Λογικό, σκέφτηκα, ίσως άνοιξε λίγο το παράθυρο. Ήταν όλα ήσυχα, εκτός από το βραστήρα και κάτι μικρούς τριγμούς από πάνω — η παλιά μου πολυκατοικία καμιά φορά κάνει παράξενους ήχους. Έτσι τουλάχιστον το εξηγούσα πάντα.

Στράγγιξα τα μακαρόνια· πέταξε λίγο ατμός, κι εκείνη την ώρα, μ’ ένα μικρό «κλικ», έσβησε το φως στο χολ. Δεν τρόμαξα αμέσως, η λάμπα έχει τα καπρίτσια της. Πήγα σαν αυτόματο και το άναψα ξανά. Με το που γύρισα να φύγω, σταμάτησα. Κάτι περίεργο υπήρχε στον αέρα, σαν πολύ διακριτική μυρωδιά υγρασίας, που μου ξένισε. Σκέφτηκα να το αγνοήσω, αλλά το μάτι μου πήγε αθέλητα στην πόρτα της εισόδου. Ήταν όπως πάντα, κλειστή, διπλοκλειδωμένη. Ή έτσι νόμιζα.

Σε δυο λεπτά καθόμουν τραπέζι με το πιάτο κι έναν μικρό θόρυβο στους τοίχους… Όχι ήχος αλλά λαχανιασμένη ανάσα, έτσι μου φάνηκε. Πάλι, είπα στον εαυτό μου να μην δίνω σημασία. Άκουσα κάτι μικρό ν’ ακουμπάει το παρκέ στην γωνία απέναντι. Το σπίτι έχει ένα παλιό, χαμηλό τραπεζάκι που τρίζει αν το σπρώξω να σκουπίσω. Κοίταξα εκεί, δεν είδα κάτι — κι όμως, συνέχιζα να νιώθω πως κάτι υπάρχει, έστω μια σκιά πέρα απ’ το συνηθισμένο.

Το άφησα. Έφαγα, μάζεψα, θα έμπαινα να κάνω μπάνιο όταν το διάλειμμα των ήχων με γύρισε πίσω. Ησυχία ξαφνικά. Τίποτα δεν ακουγόταν. Όχι το ψυγείο, όχι οι σωλήνες, ακόμα κι ο δρόμος απέξω — όλα σαν να έχασαν τον ήχο τους και έμεινα μόνος, με μια αμηχανία που άρχισε να γίνεται πόνος στο στήθος. Ψέλλισα κάτι, δήθεν αφηρημένη βρισιά, από κείνες που λες για να ακούσει κανείς ότι είσαι εκεί.

Πήγα στο μπάνιο να πλύνω το πρόσωπό μου. Το τζάμι είχε ελάχιστη θολούρα, αλλά εκεί, στις γωνίες, φαινόταν μια θαμπάδα που θυμίζει λέπια. Δεν το είχα ξαναδεί αυτό. Άρχισα να νιώθω ψύχρα, όχι απ’ το παράθυρο — αυτό το είχα σφαλίσει. Μια παρουσία, σαν το είδος ψύχρας που νιώθεις όταν κάποιος στέκεται πίσω σου αρκετή ώρα και μετά φεύγει. Ή, όταν κάθεσαι σε μια καρέκλα που δεύτερος σώμα είχε μόλις αφήσει. Ένα τέτοιο κρύο.

Καθρέφτηκα. Περίμενα να δω κάτι να κινείται πίσω από τον ώμο μου. Δεν έγινε, αλλά πήρα πολύ χρόνο να ξεπιεστώ, να αγνοήσω εκείνο το τεράστιο σιωπηλό κενό πίσω μου.

Το βράδυ, έβαλα μουσική για να σπάσω την ησυχία. Τα φώτα όλα αναμμένα. Δεν ήθελα να το σκέφτομαι άλλο, αλλά δεν χάρηκα τίποτα. Έπιασα το βιβλίο μου κι άρχισα να διαβάζω, όταν ακούστηκε πάλι ο ήχος — μικρός, σαν σύρσιμο υφάσματος στο πάτωμα. Από μέσα μου ένιωσα εκείνη την αναμονή που σε τραβάει — σαν να ξέρεις ότι κάτι περιμένει από εσένα, ακόμα κι αν δεν το βλέπεις.

Δεν τόλμησα να σηκωθώ. Έμεινα ακίνητος και παρατηρούσα τη σκιά που έπεφτε στην άκρη του χαλιού, εκεί που ο φωτισμός απ’ τη λάμπα ήταν λίγο πιο αδύναμος. Σαν να είχε πυκνώσει η σκιά εκεί, να μάζευε υλικότητα. Ήθελα να πω κάτι, να γελάσω με τον εαυτό μου, αλλά η φωνή μου είχε σπάσει και το στόμα μου ήταν ξηρό από τον τρόμο — τρόμο χωρίς αιτία, που σε φτάνει βουβά.

Κοιμήθηκα στον καναπέ, με ταυτόχρονο θάρρος κι αμηχανία να πάω στο δωμάτιο — δεν ήθελα να περάσω μπροστά από το σημείο εκείνο που σκούραινε το χαλί. Τη νύχτα, ξύπνησα δυο τρεις φορές, όχι από ήχους, αλλά από αυτό το παράξενο αίσθημα ότι κάποιος σε κοιτάει όταν κοιμάσαι. Κάθε φορά ξεγελούσα τον εαυτό μου ότι ίσως ήταν γάτα απ’ τις απέναντι ταράτσες ή το φως απ’ το δρόμο… Όμως μια φορά, λίγο πριν ξημερώσει, ξύπνησα και είδα — δε φαντάστηκα — πραγματικά είδα ότι η πόρτα της κουζίνας, που ξέρω ότι είχα κλείσει, ήταν ανοιχτή σε μια χαραμάδα. Δεν φυσούσε, δεν είχε τίποτα που να εξηγεί πώς άνοιξε.

Σηκώθηκα με δισταγμό, άφησα να ενοχλήσω τον εαυτό μου και απλά την έκλεισα ξανά, όσο πιο σιγά μπορούσα. Και τις επόμενες μέρες, πάλι τα ίδια — μικρές κινήσεις, ήχοι εκεί που δεν υπάρχουν, σκιές που γίνονται λίγο πιο σκούρες δίπλα απ’ τα έπιπλα, αντικείμενα που μοιάζουν να μετακινήθηκαν μισό εκατοστό, χωρίς να μπορείς να αποδείξεις τίποτα.

Σταμάτησα να προσπαθώ να εξηγήσω ή να ψάχνω. Δεν με ένοιαζε πλέον αν κάποιος παρακολουθούσε ή όχι. Απλά, έμαθα να μην ξαναπερνάω ποτέ από κείνο το σημείο στο σαλόνι όταν πέφτει το φως. Περνάω πάντα απ’ το πλάι, ακόμα και τώρα που άλλαξα τη διαρρύθμιση και τίποτα πια δεν θυμίζει εκείνη τη σκοτεινιά. Μα, όταν ησυχάζει το σπίτι, κι ο αέρας βαραίνει, νιώθω ακόμα το ίδιο κρύο δέρμα στο σβέρκο. Όπως τότε…

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
(Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Αντιγόνη.)