Δεν γνωρίζω ακριβώς για ποιο λόγο θέλησα να γράψω αυτό που μου συνέβη, ίσως περισσότερο για να το βγάλω από μέσα μου, παρά για να το μοιραστώ. Δεν το έχω πει σε κανέναν, εδώ και χρόνια – ούτε στη Μίνα, με την οποία τότε έμενα μαζί, ούτε καν στον πατέρα μου. Ήταν ένα βράδυ Ιουλίου, μέσα στην εβδομάδα, απ’ αυτά τα κρύα νησιώτικα βράδια που μπαίνει το αεράκι κι ας είναι καλοκαίρι. Εργαζόμουν στη Σύρο, με δανεικό αυτοκίνητο – ένα παλιό πράσινο Νισάν της θείας μου, που πάντα μύριζε ξερό καφέ στο ταμπλό.
Εκείνη τη μέρα είχα σχολάσει αργά απ’ τη δουλειά, κοντά δώδεκα και τέταρτο. Ενώ γενικά αποφεύγω να οδηγώ τέτοιες ώρες – ειδικά σε άδειους επαρχιακούς – το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να πάω σπίτι, να βγάλω τα παπούτσια και να πέσω στον καναπέ. Το μικρό μας σπιτάκι, ένα παλιό νοικιασμένο πλάι στ’ αλώνι, ήταν περίπου δεκαπέντε λεπτά έξω απ’ την Ερμούπολη, κοντά στη συνοικία Μάννα. Για να πας, παίρνεις τον ήσυχο χωματόδρομο που μπαίνει γύρω απ’ τον ελαιώνα με το γκριζοπράσινο περιφραγμένο συρματόπλεγμα. Πριν δυο βδομάδες, η Μίνα μού είχε πει ότι βλέπει “φώτα” στα δέντρα, αλλά εγώ το θεώρησα παραίσθηση μες στη νύστα της.
Εκείνο το βράδυ, το αυτοκίνητο ήταν ιδιότροπο – του πήγαιναν μόνο δύο ταχύτητες. Στα μισά της διαδρομής, λίγο πριν το εγκαταλελειμμένο ξύλινο περίπτερο που ’χει να ανοίξει από το 2009, πάτησα φρένο γιατί είδα μια σακούλα να σέρνεται στη μέση του δρόμου. Παράξενο ήταν, γιατί δεν είχε πολύ αέρα. Σταμάτησα για να την απομακρύνω – δεν ήθελα να πάθει κάτι το αμάξι, μιας και αν πάθει βλάβη τα μεσάνυχτα… ποιος σε ψάχνει. Κατέβηκα λοιπόν, μ’ το φως του φακού απ’ το κινητό.
Η σακούλα φαινόταν άδεια, αλλά καθώς την πλησίασα… ήταν βρεγμένη, σαν να είχε κυλήσει σε λάσπη που εγώ δεν είχα δει καθόλου στον δρόμο. Την έσπρωξα με το πόδι, και άκουσα έναν ήχο – όχι ακριβώς κρότο, κάτι σαν πνιχτή αναρρόφηση, όπως όταν τραβάς βρεγμένο ύφασμα πάνω σε τρίμματα.
Γέλασα μόνος μου, γύρισα να φύγω, και τότε… μου φάνηκε ότι κάτι ασπρίζει μέσα στ’ αμπέλι, μόλις δυο μέτρα από κει. Πάγωσα. Προσπάθησα να εστιάσω με το φως, αλλά έκαιγε περίεργα – παλλόταν πάνω σε κλαδιά και αγριόχορτα. Δεύτερη παράξενη λεπτομέρεια: οι θόρυβοι. Δεν άκουγα τίποτα, απόλυτη ησυχία – ούτε τζιτζίκι, ούτε νυχτερίδες. Ένιωσα μια αδιόρατη πίεση στ’ αυτιά, σαν να βούλωσαν.
Μπήκα στα γρήγορα στο αυτοκίνητο, και εκείνη τη στιγμή με πήρε ο πατέρας μου τηλέφωνο – χωρίς λόγο, εκείνη την ώρα! Έκανε ένα κενό στη γραμμή, κι όταν τελικά τον άκουσα, μου είπε κάτι παράξενο: «Όλα καλά, Μαρίνα; Να έχεις το ραδιόφωνο ανοιχτό.» Δεν είχα πει ποτέ στον πατέρα μου ότι περνάω από κει τέτοια ώρα — ήξερε μόνο το μέρος που μέναμε.
Έβαλα το ραδιόφωνο, μόνο που το μόνο που έπιανε ήταν στατικός ήχος, κάτι σαν σπάσιμο γυαλιών υπόκωφο – ωστόσο, το αμάξι περπατούσε μια χαρά. Η υγρασία είχε κολλήσει στο παρμπρίζ. Μου πέρασε απ’ το μυαλό να επιστρέψω πίσω στην Ερμούπολη, αλλά πιο πολύ ήθελα να τελειώσει αυτό το βράδυ. Προχώρησα μέχρι το σπίτι, προσπαθώντας να μην κοιτάω δεξιά κι αριστερά, ειδικά προς το αμπέλι όπου μου φάνηκε πως είδα κάτι πριν.
Άνοιξα τη μισόφωτη αυλόπορτα – θυμάμαι ήταν μισάνοιχτη ενώ την είχαμε αφήσει κλειστή, αλλά δεν έδωσα βάση. Η Μίνα πρέπει να κοιμόταν, το σπίτι ήσυχο, ένα φως αμυδρό απ’ το πατάρι – εκείνο που βγάζει παράσιτα, αλλά βοηθά να βλέπεις στον διάδρομο. Ξεφόρτωσα σιγά τις σακούλες μου, μπήκα στο μπάνιο και, τότε, ακούστηκε ένας ήχος έξω – βαρύς, βιαστικός, σαν κάποιον να σέρνει τα πόδια στο χαλίκι. Φαντάστηκα γείτονα. Γύρισα το χερούλι σιγά και κοίταξα έξω από το μικρό τζάμι του μπάνιου.
Πρώτα είδα μόνο τη σκιά του θάμνου, που σείστηκε. Μετά, κάτι – κάτι αμυδρό, ολόλευκο, αλλά το φως του διαδρόμου με τύφλωνε. Στάθηκα με κομμένη ανάσα, μέχρι που η σκιά μαζεύτηκε και χάθηκε πίσω απ’ τη μάντρα, τόσο σφιχτά στο τοιχάκι, σαν να μην ήθελε να φαίνεται οτι κινείται. Εκείνη την ώρα πήρα λίγο θάρρος, βγήκα κι έκανα κύκλο από μέσα, μέχρι να φτάσω στο σαλόνι. Τότε… το φως του παταριού άναψε πιο έντονα, σαν να πήρε δύναμη. Ο ήχος απ’ το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου έμοιαζε τώρα ν’ ακούγεται από μέσα στο σπίτι – χαμηλά, μεταλλικά, σαν βήματα μέσα σε νερό.
Έμεινα ώρες στον καναπέ με τα ρούχα της δουλειάς, χωρίς να κλείσω μάτι, κοιτώντας προς την πόρτα. Λίγο πριν βγει το ξημέρωμα, όπως ήμουν μισοξύπνιος πια, άκουσα τον ήχο της σακούλας απ’ τον δρόμο — το ίδιο σύρσιμο, ακριβώς κάτω απ’ το παράθυρο του σαλονιού.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Μαρίνα.