Δεν ήμουν ποτέ φόβιτζης. Το λέω απλά για να ξεκινήσω… ξέρεις, από τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε παραφυσικά, στοιχειώματα και σκιές. Τις περισσότερες νύχτες, μπορούσες να με βρεις αργά στο καθιστικό, μόνο με τον θόρυβο του ψυγείου και καμιά φορά τον αέρα να τρίζει στα παράθυρα. Και αυτή η ιστορία ξεκίνησε ακριβώς έτσι – ένα βράδυ, κολλημένος στην πολυθρόνα, με μισοτελειωμένο τσάι και το φως της κουζίνας να ξεβάφει τις σκιές.
Ήταν τέλη Οκτωβρίου, αν και δεν είχε πιάσει ακόμα κρύο. Ζούσα τότε στη Νίκαια, σε μια παλιά πολυκατοικία των ’70s, διαμέρισμα τρίτος –το φτηνό– ακριβώς πάνω από σκεπαστό μπαλκόνι που έβλεπε σε μια εσωτερική αυλή γεμάτη ξεραμένα φυτά και παρατημένες καρέκλες. Τα φώτα του διαδρόμου πάλευαν πάντα να μην τρεμοπαίζουν, και απέναντι έμενε μια κυρία με ένα μάλλον τυφλό κανίς. Έβλεπα το ίδιο σκηνικό κάθε μέρα: βιαστικοί γείτονες, ταχυδρομικά φυλλάδια, και κάποιον –πάντα τον ίδιο– άστεγο που ξεκουραζόταν στα σκαλιά.
Εκείνο το βράδυ είχα στα αυτιά μου ακουστικά, μα κάποια στιγμή τα έβγαλα: πίστεψα πως άκουσα κάτι, μια ανθρώπινη φωνή, μια φράση μισοτελειωμένη, αλλά μπορούσε να ήταν κι από το ραδιόφωνο του διπλανού. Καλού-κακού, έκλεισα το παράθυρο και ξαναγύρισα στην πολυθρόνα. Τότε ήταν που παρατήρησα το πιο περίεργο απ’ όλα: το ρολόι τοίχου –ένα φτηνό, παλιό, στρογγυλό ρολόι– είχε σταματήσει ακριβώς στις 01:03. Δεν το σκέφτηκα, μάλλον ξέμειναν οι μπαταρίες, αλλά μου έκανε εντύπωση ότι ούτε καν το δευτερόλεπτο… τίποτα.
Γύρησα κουρασμένος προς το υπνοδωμάτιο. Μέσα στον μισοσκότεινο διάδρομο, πρόσεξα σκόνη στο πάτωμα –ένα λεπτό, υπόλευκο μονοπάτι που δεν υπήρχε πέντε λεπτά πριν. Ήμουν σίγουρος γιατί το είχα καθαρίσει μόλις απόγευμα. Άφησα πάλι το θέμα – είχα αρχίσει να νυστάζω, ή μπορεί να γελούσα κάπως με τη μικρή αυτή μυστηριώδη λεπτομέρεια. Ξάπλωσα. Κι εκείνα τα ροκανίδια, ό,τι και να ήταν, δεν μου έκαναν προς τίποτα ανησυχητικό.
Εκείνη την ώρα έγινε το δεύτερο παράξενο. Από τη σκάλα ακούστηκε εκείνο το ξαφνικό, διαπεραστικό τριζόνισμα – ένας «κρακ» σαν να πάτησε κάποιος παλιό ξύλο, μόνο που οι σκάλες εδώ ήταν μπετό. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Ανέβηκαν δύο βαριά βήματα· στα δικά μου αυτιά, κάπως μυστήρια: με παύση, σαν να αμφιταλαντεύεται κάποιος αν θα συνεχίσει. Ούτε θόρυβο από κλειδιά, ούτε κάποιον να σκαλίζει τσέπες, τίποτα. Μόνο αυτά τα δύο βήματα και σιωπή.
Έμεινα ακίνητος. Κάτι με έκανε να πηγαίνω προς την εξώπορτα, αν και μέσα μου, μια φωνή έλεγε «Μην ασχοληθείς!» Πλησίασα και κοίταξα από το ματάκι. Κανείς. Μόνο το χαμηλό, γαλακτερό φως του πλατύσκαλου να φαίνεται άδειο. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως ο ήχος ερχόταν απ’ το διαμέρισμα του κάτω ορόφου ή κάποια βρύση. Κατευθείαν, όμως, μου ήρθε αυτή η αίσθηση ότι κάτι, κάπου, δεν κολλάει.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι, να ακούω το διαμέρισμα λες και κάτι θα άλλαζε. Πριν προλάβω να γυρίσω στην κρεβατοκάμαρα, άκουσα φθαρμένη φωνή, στο τέρμα του διαμερίσματος – ίσως από το μπάνιο ή τη ντουλάπα. Δεν κατάλαβα λέξεις, παρά μόνο ένα είδος παρηκμασμένου παραμιλητού, σπασμένου ρυθμού. Παγωμένος, άνοιξα το φως παντού, κοίταξα κάθε σπιθαμή: τίποτα, αλλά ακόμα και το ψυγείο, που πάντα βουίζει, ήταν εντελώς σιωπηλό.
Σκέφτηκα, μήπως κάποιος γέρος έπεσε στον επάνω όροφο, αλλά οι γείτονες έλειπαν όλη τη βδομάδα. Μπήκα στο σαλόνι. Τότε είδα για πρώτη φορά το παράθυρο του μπαλκονιού μισάνοιχτο. Δεν το είχα αφήσει εγώ έτσι. Από κάτω, στη μικρή εσωτερική αυλή, έβλεπα ίσα ίσα το σχήμα μιας παλιάς ξύλινης καρέκλας που κινιόταν λίγο, καθώς πέρασε ρεύμα, ή ίσως, καθώς κάτι την άγγιξε. Προσπάθησα να πω με λογική ότι ένας αέρας την έσπρωξε.
Γύρισα να πάρω το κινητό—έσβησε κι αυτό ξαφνικά. Τίποτα δεν δούλευε για πέντε, δέκα λεπτά. Όλο το σπίτι είχε μια σιωπή που δεν ταίριαζε. Ακούστηκε ένα ακόμα τρίξιμο στην κρεβατοκάμαρα. Κάτι σαν ψίθυρος, αλλά όχι από εκεί: έμοιαζε να σπάει ο ήχος από πίσω μου, μέσα στο σαλόνι. Δεν είχε κίνηση, δεν είχε βήματα. Είχε κάτι πολύ πιο σιωπηλό, σαν το κοίταγμά σου όταν καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι μόνος σου, το πρώτο κλάσμα του δευτερολέπτου που νιώθεις τη ματιά, χωρίς να έχεις δει τίποτα.
Άφησα τα φώτα ανοιχτά όλη νύχτα, ούτε μπήκα στο υπνοδωμάτιο. Κάθε φορά που οι δείκτες πλησίαζαν προς τη μία, σταμάταγαν. Και στην κουζίνα πια ένα επιπλέον ρολόι, ηλεκτρονικό αυτή τη φορά, πάγωνε ακριβώς την ίδια ώρα. Δεν τόλμησα να βγω στο μπαλκόνι ή να κοιτάξω ξανά την αυλή· δεν ήθελα να δω αν εκεί παρουσία παραφυλάει να γυρίσω το κεφάλι, να με βρει όπως με περίμενε τόση ώρα.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.