Εκείνο το βράδυ, είχα γυρίσει σπίτι νωρίς από τη δουλειά, πράγμα ασυνήθιστο για μένα – είχα ζητήσει από τον προϊστάμενο να φύγω μια ώρα νωρίτερα γιατί πονούσε λίγο το κεφάλι μου. Ήταν ανοιξιάτικη μέρα, αλλά στην πολυκατοικία μας όλα μυρίζουν λίγο υγρασία, όπως σε όλα τα παλιά κτίρια του κέντρου. Έβαλα να βράσω ένα τσάι και κάθισα να χαζέψω το ταβάνι, χαλαρώνοντας με τον αχνό ήχο της τηλεόρασης. Η βραδινή ρουτίνα. Τίποτα το ιδιαίτερο.
Εκείνο που πρόσεξα, ξεκινώντας να πίνω το τσάι, ήταν ότι τα πάντα ακούγονταν λίγο πιο ήσυχα από το συνηθισμένο. Δεν ακουγόταν το ασανσέρ να ανεβοκατεβαίνει, ούτε ο ήχος από τα τακούνια της κυρίας Μαργαρίτας στον απέναντι διάδρομο. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, αλλά ακόμα κι αυτή ακουγόταν χαμηλά, σαν να είχε χαθεί λίγη από τη δύναμη των ηχείων. Δεν έδωσα σημασία. Ίσως να ήθελα ησυχία.
Γύρω στις δέκα, κι ενώ διάβαζα κάτι στα γρήγορα στο κινητό μου, πρόσεξα πως έξω από το παράθυρο, στον φωταγωγό, τρεμόπαιξαν τα φώτα, λες και κάτι πέρασε μπροστά από το φως της βεράντας του πάνω ορόφου και για μια στιγμή σκίασε τα πάντα. Άκουσα έναν ήχο, κάτι σαν φευγαλέα αναρρόφηση αέρα – σα να τράβηξε κάποιος βίαια τις κουρτίνες, αλλά πιο πνιχτά. Έσκυψα και κοίταξα από το παράθυρο του μπάνιου, μα δεν φαινόταν τίποτα πέρα απ’ τις γλάστρες της κυρίας Μαρίας από το ισόγειο.
Επέστρεψα στο σαλόνι και γέλασα με τον εαυτό μου – αυτή η πολυκατοικία πάντα γέμιζε περίεργους ήχους. Ενώ πήγαινα να κλείσω την τηλεόραση, παρατήρησα κάτι που δεν είχα προσέξει πριν: η πόρτα της αποθήκης, εκεί απέναντι απ’ το υπνοδωμάτιο, ήταν ανοιχτή μια σταλίτσα. Ήμουν σίγουρος πως την είχα κλείσει – πάντα προσέχω, γιατί το χειμώνα μπαίνει ρεύμα. Πήγα να την τραβήξω, μα ένιωσα έναν παγωμένο αέρα να μου χαϊδεύει τα πόδια, τόσο δυνατά που μια στιγμή λες και μου ξέφυγε ένα μικρό βήμα πίσω. Σκέφτηκα πως φαντάζομαι πράγματα – ίσως να έμεινε ανοιχτή από εκείνο το πρωί, όταν έβγαλα τη σφουγγαρίστρα. Την έκλεισα λίγο απότομα, σχεδόν ντροπιασμένος με τον εαυτό μου.
Πήγα να ξαπλώσω, αλλά δεν με έπιανε ύπνος. Το ρολόι είχε πάει έντεκα και κάτι, όταν συνειδητοποίησα ότι από το διάδρομο ακουγόταν πάλι εκείνο το παράξενο, πνιχτό συριχτό – μόνο που τώρα φαινόταν να έρχεται από πολύ πιο κοντά, ίσως μέσα απ’ το διαμέρισμα. Κράτησα την ανάσα μου και άκουσα προσεκτικά. Δεν ήταν ούτε ο αέρας στα καλοριφέρ, ούτε το ψυγείο. Ήταν ένας ήχος που ακουγόταν κάθε λίγα δευτερόλεπτα, σαν κάποιος να τραβάει αργά και διακεκομμένα την αναπνοή του – ή κάτι βαρύ, βρεγμένο σχεδόν, να σέρνεται πάνω σε ξύλινο πάτωμα.
Σηκώθηκα χωρίς να ανάψω το φως, επειδή δεν ήθελα να ξυπνήσω όλη τη γειτονιά, και βγήκα στον διάδρομο. Τα φώτα αναμμένα, αλλά το σπίτι είχε εκείνη τη σιγή που κάνει κάθε ήχο να ακούγεται διπλάσιος. Πλησίασα την αποθήκη κι άπλωσα το χέρι προς το πόμολο, διστακτικά, ίσα-ίσα να νιώσω τη μεταλλική ψύχρα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου ήρθε να βάλω το αυτί μου επάνω στην πόρτα. Για λίγα δευτερόλεπτα, τίποτα. Κι ύστερα ακούστηκε ξανά εκείνο το πνιχτό, σφύριγμα, αυτή τη φορά τόσο κοντά που ανατρίχιασε όλη η πλάτη μου.
Ξαφνικά, άκουσα πίσω μου έναν ελαφρύ θόρυβο, τσακ, σα να έπεσε κάτι πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Γύρισα απότομα και είδα το κινητό μου να τρεμοπαίζει, σαν να δέχτηκε ειδοποίηση – μόνο που η οθόνη έμενε σκοτεινή κι έσβηνε κάθε λίγα δευτερόλεπτα, παγιδευμένη σ’ έναν κύκλο φωτός και σκοταδιού. Πήγα να το πιάσω, όταν ξαφνικά έσβησαν όλα τα φώτα του σπιτιού, βυθίζοντάς τα πάντα σε απόλυτο σκοτάδι. Ούτε καν το λαμπάκι του ψυγείου, τίποτα.
Μπήκα ξανά στον διάδρομο, με μόνο φως το αχνό φως του δρόμου που γλιστρούσε από τις γρίλιες. Προσπάθησα να μιλήσω, να ακούσω τη φωνή μου, αλλά κόλλησε ο λαιμός μου. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα πως κάτι, μάλλον κάτι βαρύ, στεκόταν πίσω από την πόρτα της αποθήκης. Το ήξερα με τρόπο που δεν θέλω να εξηγήσω – το ένιωθα ακριβώς πίσω από το λεπτό ξύλο, τόσο κοντά που σχεδόν μύρισα κάτι μπαγιάτικο, νοτισμένο, ψυχρό. Άκουσα το πάτωμα να τρίζει, μα ούτε τολμούσα να κουνηθώ.
Δεν άνοιξα την πόρτα, ούτε έτρεξα έξω. Απλά στάθηκα εκεί, ακίνητος, ακούγοντας την ανάσα μου και εκείνο το βραχνό, σχεδόν ανθρώπινο, συριχτό να χτυπά ρυθμικά απέναντί μου. Η νύχτα πέρασε – ή, τουλάχιστον έτσι νομίζω, γιατί η μνήμη μου εκεί κομματιάζεται, σαν να χάθηκε η συνέχεια του χρόνου. Όταν το πρωί τα φώτα άναψαν πάλι, βρήκα το κινητό μου με μαύρη οθόνη, το τραπεζάκι μαυρισμένο από κάτι υγρό και την πόρτα της αποθήκης μια σταλιά ανοιχτή – όσο ακριβώς ήταν το προηγούμενο βράδυ.
Κανείς, ούτε ο διαχειριστής ούτε οι γείτονες, δεν είπε τίποτα για διακοπή ρεύματος. Ούτε άκουσε τίποτα περίεργο. Και εγώ, από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παναγιώτης.