Δεν είμαι άνθρωπος που συγκινείται εύκολα από ιστορίες με φαντάσματα ή μεταφυσικά. Είχα συνηθίσει να περνάω τις μέρες μου ήρεμα – δουλειά, σπίτι, λίγες βόλτες στη γειτονιά μου, κανένα καφέ το Σάββατο με φίλους. Ζούσα τότε σε ένα διαμέρισμα στον Κολωνό, περιοχής παλιάς, με σπίτια κολλητά το ένα στ’ άλλο, φωνές από τους πάντες να ακούγονται από τα ανοικτά παράθυρα, σκύλους που γάβγιζαν, παιδιά να παίζουν στην πυλωτή.
Εκείνη η Τετάρτη δεν ήταν διαφορετική. Το μόνο που μπορώ να πω ότι μου φάνηκε περίεργο από το πρωί, ήταν η σιγή. Είχε ζέστη, νωρίς-νωρίς, και το πεζοδρόμιο φαινόταν άδειο όταν βγήκα για να πάω στη δουλειά. Δεν άκουγα ούτε ένα κουδούνισμα από τα ποδήλατα των παιδιών, ούτε τη γριά στο δίπλα διαμέρισμα που συνήθιζε να σιγοτραγουδάει παλιά λαϊκά. Σκέφτηκα «θα είναι λόγω της αφόρητης ζέστης». Χαμογέλασα με την σκέψη κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Η μέρα κύλησε αδιάφορα. Στο γραφείο πονοκέφαλος, προθεσμίες, το αφεντικό να φωνάζει για το παραμικρό. Το βράδυ που επέστρεφα – λίγο μετά τις δέκα – άρχισε να φυσάει. Ένας παράξενος αέρας, υγρός και με μυρωδιά χωματίλας, σαν να γυρνούσε από χώρους παλιούς, υγρούς, υπόγειους.
Είχα την αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε ακριβώς καλά από την είσοδο της πολυκατοικίας. Συνήθως η πόρτα κλείνει αργά με έναν βαρύ, χαρακτηριστικό θόρυβο. Εκείνο το βράδυ, την άκουσα να τρίζει – μα όχι αυτό το γνώριμο, ασήμαντο τρίξιμο. Ήταν ένα τράβηγμα, σαν κάποιο χέρι από την άλλη πλευρά να προσπαθούσε να την στρίψει αργά, προσεχτικά, για να μην ακουστεί. Στάθηκα για λίγο στο πλατύσκαλο, το αυτί μου τεντωμένο. Τίποτα άλλο, παρά μόνον η αναμονή.
Ανέβηκα στο διαμέρισμα χωρίς να ανάψω όλα τα φώτα. Από τη θέση μου στην κουζίνα έβλεπα ίσα–ίσα το απέναντι κτίσμα. Μια σκιά, όχι σίγουρα ένας άνθρωπος, κάτι πιο λεπτό και μακρύ, στάθηκε για λίγο πίσω από το τζάμι της πολυκατοικίας, τρία πατώματα κάτω.
Παραξενεύτηκα, αλλά πείραζα τον εαυτό μου – «κουρασμένος είσαι, γι’ αυτό». Έκανα έναν καφέ, μικρό, για να συνέλθω και να μαζέψω καθαρό μυαλό, μα δεν μου άρεσε η γεύση του. Ήταν πικρός, παράλογα πικρός, λες και το νερό είχε μείνει κάπου μέρες στο σκοτάδι. Έριξα μια ματιά στο ρολόι, 23:02.
Λίγο αργότερα πήγα να ξαπλώσω. Το σπίτι σκοτεινό – μόνο το αχνό πορτοκαλί από το φως του δρόμου διέχυε σκιές στους τοίχους. Δίπλα μου, αφήνω πάντα το κινητό στο κομοδίνο. Εκείνη τη νύχτα χτύπησε μια φορά, μόνο μία, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς αριθμό. Σήκωσα το τηλέφωνο, αλλά κανένα όνομα, μόνο αυτή η λέξη στην οθόνη: «Εδώ;»
Κοίταξα καλύτερα, αλλά πριν προλάβω να κάνω κάτι, η οθόνη έσβησε. Από το σαλόνι ακούστηκε το ρολόι του τοίχου, κάτι σαν τικ–τακ πιο γρήγορο απ’ ό,τι συνήθως. Έβγαλα το κεφάλι μου από το δωμάτιο. Τίποτα, μόνο το φως του διαδρόμου που έσπαγε τη σιωπή.
Έκλεισα τα μάτια μήπως κοιμηθώ. Μόνο που κάθε φορά που τα έκλεινα, μου ερχόταν στην αίσθηση αυτή η σκιά που είχα δει πριν, εκείνη με το μακρύ σώμα, λες και μετακινείτο λίγα δευτερόλεπτα κάθε φορά που άφηνα τις βλεφαρίδες να πέσουν. Σηκώθηκα, μισοτρεκλίζοντας, να πάω να πιω νερό.
Φτάνοντας στην κουζίνα, αισθάνθηκα το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου κρύο – όχι «δροσερό», σαν να το πάτησε κάποιος μόλις πριν, αφού περπάτησε ώρες στη βροχή. Ένιωσα μια ριπή ψύχρας στη ραχοκοκαλιά, αλλά είπα να μην το κάνω θέμα στο μυαλό μου. Καθώς γέμιζα το ποτήρι, είδα με την άκρη του ματιού μου κάτι να γλιστράει στο διάδρομο – ήσυχα, ανεπαίσθητα, σαν να μην άγγιζε ακριβώς το πάτωμα.
Δεν θυμάμαι πότε ξαναβρέθηκα στο σαλόνι, στο σκοτεινό καναπέ. Δεν άναψα φως· απλώς κάθισα και χαζοκοίταζα στο σκοτάδι. Υπήρχε κάτι, το ήξερα – μια παρουσία, όχι ακριβώς ορατή, αλλά και όχι ανύπαρκτη. Αν σταθείς ποτέ πλάι σε ακίνητο σώμα μέσα στη νύχτα, διάφανο σχεδόν, καταλαβαίνεις ότι δεν ανασαίνεις μονάχα εσύ.
Κάποτε ένιωσα – δεν άκουσα, ένιωσα – αυτό το πράγμα να πλησιάζει ακόμη περισσότερο. Μια σκιά που δεν πατάει σε συγκεκριμένο σημείο, ένα βάρος στον αέρα, μια συνειδητοποίηση ότι σε σημείο του σπιτιού που θεωρείς δικό σου, υπάρχει κάτι ακόμα. Μύρισα σκουριασμένο μέταλλο, στη γωνιά, εκεί που αφήνω τα παλιά παπούτσια – σαν αποφόρι περασμένων ετών, σαν να έμεινε κρυμμένο κάτι εκεί.
Τότε μόνο παρατήρησα ότι το ρολόι τοίχου είχε σταματήσει. Δεν θυμάμαι να άκουσα ποτέ πάλι τον ήχο του. Έμεινα ακίνητος, στη μοναδική ένδειξη για την ώρα, ένα ασθενές φως απ’ έξω, ολότελα ακίνητος. Ήταν σχεδόν σίγουρο ότι αν έκανα έστω τον παραμικρό ήχο, κάτι θα αφυπνιζόταν από εκείνο το σημείο και θα ερχόταν πιο κοντά.
Ήρθε τελικά το πρώτο φως της αυγής σαν λύτρωση. Όμως – και μου φάνηκε το χειρότερο απ’ όλα – στο πάτωμα, εκεί απ’ όπου φαντάστηκα ίσως ή φάνηκε να περνάει, υπήρχαν μικρά ίχνη, σαν ίχνη γυμνού ποδιού που αφήνει ελαφριά μουντζούρα στη σκόνη. Όχι μεγάλα, όχι ακριβώς σε φυσικό μέγεθος – λεπτά, παράξενα, και μόνο για λίγα βήματα. Δεν τα άγγιξα. Δεν τα καθάρισα. Ανέβασα τα πόδια μου ψηλά στον καναπέ και περίμενα το φως.
Εκείνο το βράδυ, δεν ξαναγύρισα στην κρεβατοκάμαρα. Άλλαξα δωμάτιο, άλλαξα ρολόι. Κάθε που φυσάει νύχτα, αυτή η μυρωδιά με πιάνει απ’ τη μύτη – σκουριά, υγρασία, χωματίλα. Και ακόμα, όταν πέφτει ησυχία, το ακούω.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Αλεξάνδρα.