Δεν ξέρω αν έχεις νιώσει ποτέ αληθινά πως κάτι σε παρακολουθεί, όχι στα σοβαρά, ένα απλό καρφωμένο βλέμμα, αλλά μια παρουσία αλλιώτικη, σαν να αραιώνει ο αέρας γύρω σου χωρίς λόγο, να γίνεται πιο βαρύς και ταυτόχρονα πιο λεπτός, σχεδόν να γλιστράει μέσα σου. Εγώ μέχρι πριν τρεις μήνες τέτοια πράγματα τα κορόιδευα. Δουλεύω πολλά χρόνια βραδινή βάρδια ως φύλακας σε ένα μικρό μουσείο της Αθήνας, στα Πατήσια. Όχι τίποτα σπουδαίο, δυο αίθουσες με ξεθωριασμένες φωτογραφίες, κάτι παλιοί μύλοι, ένα χάλκινο καζάνι από το ’30. Ήσυχη γειτονιά. Τα βράδια ήταν μακροσκελή, με ένα βιβλίο στη ρεσεψιόν, καμιά φορά χαζεύοντας τον διάδρομο από τη μονάκριβη κάμερα ασφαλείας. Αυτή ήταν η ρουτίνα μου, και δεν άλλαζε.
Εκείνο το βράδυ ξεκίνησε όπως όλα. Το τζάμι από την εξωτερική πόρτα τρεμόπαιζε από τον αέρα, και το νέο μηχάνημα καφέ στη γωνία έκανε ένα ανεπαίσθητο, σταθερό βουητό, μια ησυχία με φόντο μηχανικό, καθησυχαστικό. Πέντε περασμένες, είχα ήδη κάνει τον πρώτο γύρο. Τα φώτα στους διαδρόμους ένα–ένα θαμπά, κίτρινα, σχεδόν νανουριστικά. Έριξα μια γρήγορη ματιά από τη γυάλινη πόρτα, η συνηθισμένη σιγή, μόνο τα φώτα του δρόμου απ’ έξω να ξεθωριάζουν το σχήμα μου στη φλούδα του τζαμιού.
Μέχρι που στο δεύτερο γύρο, τρίβοντας τα μάτια μου από την πλήξη, είδα κάτι που, δεν ξέρω, ήταν παράξενο, αλλά τόσο μικρό που δυστυχώς τότε απλώς το προσπέρασα. Στον διάδρομο της πίσω αίθουσας ήταν λίγη σκόνη στο πάτωμα, μου φάνηκε σαν να είχε κάποιος πατήσει. Ούτε μπότα, ούτε παπούτσι, αλλά κάτι σαν μισοσχηματισμένο ίχνος, σαν κομμάτι παλάμης ίσως, ή μια φλούδα χαρτί. Έσκυψα λίγο πάνω, τίποτα σπουδαίο, ίσως από τον αέρα… Εσβήνα τη λεπτομέρεια στο κεφάλι μου. Ξέρεις, πάντοτε ψάχνεις μια λογική εξήγηση.
Όμως στα μισά της βάρδιας, λίγο μετά τις τρεις, το φως στην αποθήκη άναψε μόνο του. Η κάμερα ήταν στο όριο να δείχνει κάτι, στο μονόχρωμο γκρι της οθόνης ένα θαμπό λευκό. Πήρα τα κλειδιά, πήγα προς τα μέσα, με τον καφέ μου να καίει το χέρι, το κλειδί να βρίζει στο μπρελόκ. Ήμουν μόνος, μα ένιωθα σιγά–σιγά κάτι να βαραίνει, σα να πάχαιναν οι σκιές στα ράφια, τα πράγματα να έχουν ακούρευτες άκρες. Η αποθήκη μυρίζει πάντα λίγο ραγισμένο ξύλο και παλιό λάδι, αυτό το γνώριμο. Μπήκα, φως ανοιχτό, όλα συνηθισμένα εκτός που είχε δροσιά σαν να’ χε κάποιο παράθυρο ανοικτό, αλλά όλα ήταν σφαλισμένα όπως τα άφησα. Μικρή ανησυχία, όχι όμως φόβος. Διόρθωσα τον θερμοστάτη — είπε 21 βαθμούς, αλλά κρύωνα ακόμα. Ακούμπησα για λίγο την πόρτα, να βρω αν τρίζει. Δεν τρίζε τίποτα, μόνο ένα ελαφρύ πάτημα στο ξύλο, ο ήχος που κάνει μόνο όταν σε ακούει κάποιος άλλος.
Γύρισα ξανά στη ρεσεψιόν. Πήρα το βιβλίο μου. Όμως οι λέξεις μου φαίνονταν απλωμένες, σα να κολυμπούσαν σε μουσούδες μαλακές. Έξω δεν ακουγόταν τίποτα. Άρχισα να νιώθω ότι η ησυχία ήταν κουφή, όχι απλώς ήρεμη — ότι κάποιος αναπνέει στο δωμάτιο με έναν ρυθμό ακριβώς αντίθετο από το δικό μου. Για λίγο βολεύτηκα με την ιδέα, θα ’ναι η κούραση. Τα πάντα ηχούν αλλιώς το ξημέρωμα.
Εκεί να δεις πώς άρχισαν τα παράξενα στ’ αλήθεια. Το επόμενο που θυμάμαι είναι να ακούω, ελάχιστα, κάτι σα γδαρσίματα από την αίθουσα με τα εκθέματα — ένα ρυθμικό χρατς, σαν νυχάκι να γρατζουνάει γυαλί. Πήγα σιγά, μισοσκοτεινά, τα φώτα να τραυλίζουν, και τότε είδα ότι στη βιτρίνα με τα παλιά νομίσματα είχαν μείνει κάποιες μικρές γραμμές, σαν ζωγραφιές παιδιού, κυκλάκια και καμπύλες, με κάτι άσπρο που θύμιζε κιμωλία. Καμία κάμερα στο εσωτερικό να πιάνει αυτή τη γωνία. Έβαλα το δάχτυλο πάνω στη γραμμή, τρίφτηκε εύκολα, αλλά κάτω-κάτω, σε ένα ραμμένο σημείο του ξύλου, υπήρχε κάτι σαν ανάγλυφο αποτύπωμα, σα μικρή, ξηρή λάσπη ή κερί, δεν ειχα ξαναδει έτσι ακριβώς. Το ακούμπησα — ήταν κρύο, υγρό. Ακουγόταν σαφώς στο δωμάτιο ένα είδος μικρού κρακ, σα να βγάζει κάποιος το χέρι του πίσω από τον τοίχο.
Έκανα άθελά μου ένα βήμα πίσω. Η καρδιά μου χτυπούσε κάτω από τα αυτιά μου πια, όμως δεν υπήρχε τίποτα — ούτε μορφή, ούτε σκιά, μονάχα το φως της λάμπας που τρεμόπαιζε λίγο. Με πήρε ένα δευτερόλεπτο να παρατηρήσω, γιατί η βιτρίνα είχε από μέσα μια μικρή ομίχλη κολλημένη στο τζάμι, μια πάχνη σαν ανάσα. Έβαλα το αυτί μου στην επιφάνεια — απίστευτο, ορκίζομαι, άκουσα κάτι, σαν ν’ ανασένει κάποιος αργά, όχι άνθρωπος όμως. Περίμενα να δω, περίμενα χωρίς να κουνιέμαι.
Δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα, το μόνο που διέκρινα ήταν μια παρειά κόκκινης λάμψης στη βάση, σαν να την φώτιζε μένει φωτιά ή μακρινός αναπτήρας… μα το χρώμα αυτό δεν υπήρχε πουθενά αλλού στο μουσείο. Ταυτόχρονα άκουσα — χωρίς αμφιβολία αυτή τη φορά — δύο, τρεις χτύπους στα τζάμια των άλλων βιτρινών, σαν μικρές πέτρες που περπάτησαν από μόνα τους μέσα στο γυαλί. Έτρεξα προς την έξοδο της αίθουσας, θυμάμαι καθαρά, η ανάσα μου κοβόταν και τα χέρια μου έτρεμαν χωρίς να τα ελέγχω.
Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να βρω θάρρος να επιστρέψω στο πόστο μου. Δεν ξαναμπήκα εκείνη τη νύχτα στη μεγάλη αίθουσα — και μετά, ακόμη και στο φως της μέρας, όσες φορές κι αν πέρασα μπροστά από τη γυάλινη βιτρίνα, έβρισκα πάντα, μα πάντα, ένα μικρό σημάδι σα νύχι, σα φθαρμένη γραμμή κιμωλίας στο βάθος, που το σκούπιζα και κάθε βράδυ πάλι εκεί. Κι ένιωθα, καιρό μετά, το φως να μαλακώνει παράξενα στο διάδρομο μετά τα μεσάνυχτα, σαν κάποιος να περιμένει ήσυχα πίσω απ’ το τζάμι, όποιος κι αν ήταν αυτός που χάραζε στο σκοτάδι γυαλιστερές γραμμές.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.