Εκείνο το βράδυ δεν το ξεχνάω, όσο κι αν έχω προσπαθήσει. Το θυμάμαι σαν χτες, αν και πέρασαν χρόνια. Ήταν Μάρτιος, είχε μπει άνοιξη, αλλά το κρύο έμενε ακόμα παραμονεύοντας στις γωνίες της πόλης. Γύρισα αργά σπίτι από τη δουλειά – είχα μείνει να κλείσω τις αποδείξεις· σ’ ένα γραφείο με τρεις φθορισμού που έτριζαν απαλά και μυρωδιά από ξαστοχημένο καφέ, δηλαδή τίποτα το ιδιαίτερο. Όλα κυλούσαν όπως κάθε άλλη μέρα. Βγήκα από το λεωφορείο στη στάση μου, εκεί στου Υμηττού – ήσυχη γειτονιά, μικρά σπίτια με αυλές σκεπασμένες γεράνια, μυρωδιές από φρεσκοπλυμένα ρούχα που στεγνώνουν νύχτα.
Εκείνο το βράδυ είχε μια παράξενη σιωπή. Δεν ακούγονταν ούτε σκυλιά, ούτε αμάξια – μόνο ένα ψηλό σφύριγμα, τόσο χαμηλό που στην αρχή νόμιζα πως είναι ο αέρας μέσα στα αυτιά μου από το κρύο. Η γειτονιά φαινόταν πιο σκοτεινή απ’ ό,τι συνήθως. Άνοιξα το κινητό να δω αν έχει κοπεί το ρεύμα, αλλά τα φώτα στο δρόμο ήταν αναμμένα – έριχναν μια ισχνή, αρρωστιάρικη λάμψη που έκανε τα πάντα να φαίνονται ξένα, αλλιώτικα.
Πέρασα μπροστά από το εγκαταλελειμμένο σπίτι στη γωνία. Οι παλιοί λέγανε ότι από το ’80 είναι άδειο. Κανείς δεν τόλμησε να βάλει ούτε ενοικιαστήριο, κι ας ήταν τα ενοίκια στα ύψη. Εγώ ποτέ δεν έδινα σημασία – ένα σπίτι σαν όλα τα άλλα, λίγο πιο θλιβερό, με σπασμένα παράθυρα και μισοξυλωμένη πόρτα. Εκείνο το βράδυ, όμως, μού φάνηκε πως κάποιος στεκόταν ακίνητος πίσω από τα κάγκελα της αυλής. Σταμάτησα, νόμιζα πως έβλεπα πνεύμα των ματιών – ένα σκιώδες σχήμα, σαν να έχει φορέσει κουβέρτα για πανωφόρι. Δεν γύρισε ποτέ το κεφάλι, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, περπάτησα πιο γρήγορα και δεν ξανακοίταξα πίσω.
Κοντοστάθηκα στην εξώπορτά μου. Εκεί, έφαγα το πρώτο χτύπημα του φόβου: το φως της πολυκατοικίας ήταν αναμμένο, αλλά η πόρτα ανοιγόκλεινε απαλά. Σαν κάποιος να είχε μπει και να μην την έκλεισε σωστά. Τα παπούτσια του επάνω στο πατάκι ήταν στη θέση του, η φωνή της γειτόνισσας παραδίπλα ακουγόταν καθαρά, μίλαγε στο τηλέφωνο γελώντας. Όλα κανονικά – όλοι στα διαμερίσματά τους, κλεισμένοι, μόνο εγώ στο διάδρομο κι ο κρύος αέρας. Έσπρωξα την πόρτα μου, το κλασικό μεταλλικό “κλακ” ακούστηκε όπως πάντα.
Δεν ξέρω γιατί το έκανα – σκέφτηκα να ρίξω μια ματιά από το “ματάκι” στην εξώπορτα, όταν κλείδωσα. Έβαλα το μάτι κι είδα το κλιμακοστάσιο σκοτεινό, τα παλιά πλακάκια του ’60, τα γραμματοκιβώτια στις θέσεις τους. Μα για μια ανάσα χρόνου, πέρασε μπροστά απ’ το “ματάκι” μου ένας ίσκιος, πολύ κοντά στην πόρτα μου. Μάλλον κάποιος θα ανέβαινε ή θα κατέβαινε. Δεν το σχολίασα στον εαυτό μου καν, απλώς, χωρίς να το πολυσκεφτώ, έβαλα και τη δεύτερη ασφάλεια.
Μπήκα στο σπίτι μου, άφησα τσάντα, άναψα μισό φως κουζίνας. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως ένιωθα να με έχει τυλίξει μια κρύα αναμονή, ένα άγχος που δεν ήξερα από πού έρχεται. Έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο – όλα στη θέση τους, κάτω από το φως του δρόμου. Όμως κάτι δεν πήγαινε καλά: τα πατζούρια απέναντι κουνιόντουσαν, αν και δεν φύσαγε· κι από το σπίτι της Αλέκας, στον τρίτο, φαινόταν κάτι να “παίζει” στη μπαλκονόπορτα, σαν να ταρακουνιέται από μέσα.
Δεν έδωσα σημασία, είχα δουλειά ακόμα και ψυχολογικά ένιωθα κουρασμένος. Πήγα να κάνω μπάνιο να χαλαρώσω. Εκεί, χτύπησε το πρώτο “περίεργο”: μόλις έκλεισα το νερό, ακούστηκε καθαρά ο ήχος ενός βηματισμού από το χωλ. Όχι βιαστικός, ούτε θορυβώδης – ένας βαρύς, υπομονετικός ήχος, περισσότερο σαν σύρσιμο παρά περπάτημα. Σταμάτησα να αναπνέω, αφουγκράστηκα. Δευτερόλεπτα ακινησίας, το νερό έσταζε ακόμα απ’ τα κεραμικά. Έβαλα γρήγορα τη πετσέτα, άνοιξα την πόρτα απότομα – τίποτα. Το σπίτι ήσυχο, η τηλεόραση του απέναντι διαμερίσματος ακούγονταν χαμηλά, πιο κάτω κάποιες πόρτες χτύπαγαν απ’ το ρεύμα.
Έκατσα κουκουλωμένος στον καναπέ, έβαλα μουσική να διώξω την ανησυχία. Κάποια στιγμή το ξέχασα, απορροφήθηκα στον υπολογιστή, στα μηνύματα. Ώσπου, πέρασε η ώρα. Ήταν σχεδόν μία, όταν έσβησα τα φώτα κι έπεσα να κοιμηθώ.
Στη σιωπή του διαδρόμου, ακούστηκαν ξανά εκείνα τα βήματα – σαν βάρος που αλλάζει πόδι, δίπλωμα σκιερής παρουσίας έξω απ’ το υπνοδωμάτιο. Πίεσα τον εαυτό μου πως ίσως έχει σπάσει ο θερμοσίφωνας, ίσως βρέχει κι ακούγονται παράξενα. Αλλά το πάτωμα έτριξε ξανά. Εσύ όταν το ζήσεις, το ξέρεις: δεν είναι ήχοι απ’ έξω, μπαίνουν στο σπίτι, χτυπάνε στα πλευρά σου. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ξαφνικά, χωρίς ν’ ακούσω κλειδαριά ή τρίξιμο, ένιωσα καθαρά – κάποιος ήταν στην πόρτα του δωματίου μου.
Έμεινα ακίνητος, σχεδόν χωρίς αναπνοή. Μυρωδιά παλιάς σκόνης, παλιών ρούχων, τάχα κάτι περασμένο από τότε που ήμουν παιδί. Ένας ψίθυρος, ακαθόριστος, σαν φωνή που ακούς μέσα στο κεφάλι σου όταν δεν θες να ξυπνήσεις. Τα λεπτά κύλησαν αβέβαια – πόση ώρα ήταν, δεν ξέρω. Δεν τόλμησα να κοιτάξω. Κοιμήθηκα τελικά χωρίς να καταλάβω πώς, απόκοσμα κουρασμένος, γεμάτος ένα βάρος που δεν μ’ άφηνε να αναπνεύσω σωστά.
Το πρωί τίποτα δεν φαινόταν παράξενο. Τα παράθυρα κλειστά, η πόρτα κανονικά ασφαλισμένη. Το μόνο διαφορετικό: μια καθαρή πατημασιά, υγρή, στη μοκέτα κοντά στην κρεβατοκάμαρα. Πέρασα το δάχτυλο πάνω της κι ήταν παγωμένη. Έτρεξα να την ξεπλύνω, λες και ήθελα να σβήσω ό,τι έγινε.
Από τότε, όταν πέφτει ησυχία στο διαμέρισμα, ορκίζομαι πως κάποιες φορές ακόμα το ακούω – εκείνο το αργό, υπομονετικό βήμα στο διάδρομό μου.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Κωνσταντίνα.