Ιστορίες Εκδικήσης – Ο σερβιτόρος που ξεγέλασε το νέο υπεύθυνο

Λοιπόν, αυτή είναι μια ιστορία που την κρατούσα χρόνια μέσα μου και τώρα κάπως νιώθω έτοιμος να τη βγάλω από πάνω μου. Όχι για να βρω δικαίωση, ούτε για να με λυπηθεί κανείς· απλώς γιατί ξέρω πως όλοι, λίγο πολύ, κάπου, κάποτε την έχουμε φάει πισώπλατη και κάπως έπρεπε να το διαχειριστούμε.

Το 2017 δούλευα σε ένα μαγαζί στο Χαλάνδρι. Κλασικό μπαράκι, με μόνιμους θαμώνες, μουσικές, φώτα, τσιγάρα και τα γνωστά. Εκεί λοιπόν δούλευα σερβιτόρος, αλλά μ’ έκαιγε μια προαγωγή που την είχα στο μάτι μήνες. Είχα φτύσει αίμα για το αφεντικό, τον Τάσο, που ‘ταν απ’ αυτούς που είχαν τον τρόπο τους να σε κάνουν να νιώθεις “ένα απ’ τα παιδιά τους”, μέχρι να δεις ότι τελικά είσαι απλά άλλο ένα πρόσωπο για τη βάρδια.

Εκείνη λοιπόν τη σεζόν, στα τέλη της άνοιξης, είχε έρθει ο Σπύρος. Ψηλός, γυαλια, μούσι-σιρόκο, είχε δουλέψει σε δυό-τρία “καλά” μαγαζιά—τουλάχιστον έτσι έλεγε. Μπήκε κατευθείαν στα βαθιά, έγινε και ο κολλητός του Τάσου, κι εγώ εκεί… να σκουπίζω μπουκάλια και να γεμίζω πάγους. Όμως, το πάλευα. Μιλούσα με πελάτες, πήγαινα πρώτος-έφευγα τελευταίος, κρατούσα το μυαλό μου καθαρό. Λίγο πριν τον Ιούνιο, ο Τάσος μας λέει πως θα διαλέξει έναν για υπεύθυνο βάρδιας. Τι σημαίνει αυτό; Ώρες παραπάνω, μπόνους στα τιπς, λόγο στο μαγαζί. Και φυσικά το ήθελα.

Αρχίζει και δουλεύει “πολιτικά” ο Σπύρος. Φτιάχνει πηγαδάκια, υπερτονίζει τα “λάθη” μου, πάντα με στιλ. Όταν γίνεται μια πατάτα με την ταμειακή, πάει και ψιθυρίζει στον Τάσο “νομίζω ξέρω από πού προήλθε το λάθος”. Τον ακούω μια δυο φορές, τον αφήνω. Κάποια στιγμή, γυρνάει και λέει μπροστά σε δυο συναδέλφους και την κοπέλα που μόλις είχα αρχίσει να βλέπω “άμα οι σερβιτόροι είχαν μυαλό, θα κάνανε άλλη δουλειά”. Το ‘πε επιτηδευμένα, σχεδόν γελώντας.

Εκεί μαγκώνομαι. Τον αφήνω. Αλλά το κρατάω. Σχεδόν πονάει το στομάχι μου από τη σύσπαση.

Όταν τελικά σκάει η ανακοίνωση του Τάσου, το σήκωμα του φρυδιού του τα λέει όλα και πριν μιλήσει: “Λοιπόν, υπεύθυνος βάρδιας θα ‘ναι ο Σπύρος”. Μόνο αυτά. Ούτε εξήγηση, ούτε τίποτα. Και ο Σπύρος χαμογελάει με το υφάκι του και μου δίνει αυτό το δήθεν φιλικό χτύπημα στην πλάτη.

Εκείνο το βράδυ δεν μίλησα σε κανέναν. Γύρισα σπίτι, έκλεισα φώτα, άναψα το ραδιοφωνάκι που ‘χω δίπλα απ’ το κρεβάτι και σκεφτόμουν. Σκέφτηκα να τα παρατήσω, να πάω αλλού. Αλλά εκεί συνειδητοποίησα κάτι: μπορεί να ήμουν απλά ένας σερβιτόρος, αλλά σ’ εκείνο το μαγαζί ήξερα κάθε συνήθεια πελάτη, κάθε συνδυασμό μπουκαλιών στο ράφι, κάθε μικρή ιδιοτροπία. Ήξερα και μυστικά. Ήξερα, για παράδειγμα, πως δυο εβδομάδες πριν γίνει υπεύθυνος ο Σπύρος, είχε κατεβάσει μερικές φιάλες για “κάτι παιδιά” ένα μεταμεσονύκτιο Πέμπτης, όταν ο Τάσος λείπε—και το έκανε όλο για να φανεί ανώτερος στους μάγκες του.

Εκείνη η νύχτα έγινε αρχή για μια σιωπηλή “εκδίκηση”. Όχι τσακωμοί, όχι φωνές. Αλλά σιωπή.

Τις επόμενες εβδομάδες, έπαιξα το παιχνίδι του. Του έδειξα εμπιστοσύνη, τον κολάκευα μπροστά στους άλλους, ρωτούσα τη γνώμη του για κάθε τι—λες και με ένοιαζε. Τον έβαλα με δόλωμα στα δίχτυα του εγωισμού του. Σιγά σιγά άρχισε να τα χάνει. Όλοι μαζευόμασταν γύρω του να ακούσουμε ιστορίες του, τον ενθαρρύναμε όταν έκανε “κινήσεις εξυπνάδας” κι εγώ, πάντα αυτός που στήριζε το νέο αφεντικό…

Μόνο που του έστηνα σκηνικό όπου όλοι, σιγά σιγά, εστίαζαν στα λάθη του. Μια βδομάδα, μερικοί πελάτες που τον θεωρούσαν “ξερόλα” άρχισαν να παραπονιούνται πως δεν θυμόταν τις παραγγελίες τους. Κάποια βράδια έκανα πως δεν έβλεπα πελάτες να φωνάζουν, ώσπου τα άκουγε ο Τάσος.

Όλα φούσκωναν αργά στη σωστή θερμοκρασία. Μια Κυριακή βράδυ αργά, που ήταν ξεθεωμένος, τον είδα να ανοίγει άλλη μία φιάλη με δικαιολογία “ο γνωστός του αφεντικού”. Και τότε, μετά τη λήξη της βάρδιας, πήγα με χαμόγελο στον Τάσο, μπροστά σε όλη τη βάρδια: “Αφού είναι φίλος σου ο τύπος, μπορώ να σημειώσω τη φιάλη στα κερασμένα του μαγαζιού; Ή μήπως όχι;”.

Σιωπή στην ομάδα, πέντε δευτερόλεπτα αιώνια. Ο Τάσος με κοίταξε, ο Σπύρος το ίδιο, κανενας δεν μίλησε. Και τότε πέταξε κάποιος “κάνει τα ίδια και με τους άλλους φίλους σου, Τάσο”. Όλοι κοιτούσαν πια εκείνον.

Το αφεντικό κάθισε να δει κάμερες, βρήκε κι άλλα. Δεν τον απέλυσε, όχι… Όχι γιατί ήταν σκληρός, αλλά γιατί τον διαολόστειλε σ’ όλες τις βάρδιες “δοκιμαστικά”—έντεκα ώρες ορθοστασία, χωρίς ανάσα, χωρίς φιγούρα, με όλους να τον κοιτούν με καχυποψία. Μέσα σε μήνα παραιτήθηκε. Και στο μαγαζί, ξαναβρήκα τον χώρο μου. Μπορεί να μην έγινα ποτέ υπεύθυνος, αλλά κανείς δεν με αντιμετώπισε ξανά σαν πιόνι.

Δεν ξέρω αν έχει γλυκιά γεύση αυτή η ιστορία, αλλά κάθε φορά που τον βλέπω να περνάει απέναντι, αποφεύγει να με κοιτάξει. Και κάπου εκεί μέσα μου γαληνεύω λιγάκι.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.