Ιστορίες Εκδικήσης – Η ήσυχη εκδίκηση του Γιάννη στο γραφείο

Θα σου πω μια ιστορία που, όσο κι αν έχουν περάσει χρόνια, γυρνάει συχνά στο μυαλό μου, ειδικά όταν ακούω κάποιον να μιλάει για προδοσία δίπλα σε φιλίες. Δε θα την πω μεγάλη, αλλά θα στην πω όπως την έζησα. Γιατί τέτοιες ιστορίες δεν γράφονται, συμβαίνουν.

Ήμουνα γύρω στα τριανταπέντε τότε, δούλευα ήδη καμιά δεκαριά χρόνια σε μια μικρή εταιρεία στην Αθήνα, κέντρο, κοντά στην Ομόνοια για όσους ξέρουν. Εγώ δούλευα λογιστήριο, κλασικός γκρινιάρης για τα μεροκάματα, άγχος με τους αριθμούς και κάτι σαν ο… φιλόσοφος της παρέας στα κάθε μεσημεριανό στην κουζίνα. Στην ίδια εταιρεία δούλευε κι ο Κώστας, διεθυντής πωλήσεων τότε, έντονη παρουσία, γελαστός, καλοπροαίρετος τάχα, από αυτούς που τους θες στην παρέα σου γιατί τους φοβάσαι – αν πιάνεις τι εννοώ.

Ο Κώστας λοιπόν, πονηρός άνθρωπος, ήξερε να εκμεταλλεύεται καταστάσεις. Έδειχνε πως ήταν φίλος, μου ‘λεγε να τα λέμε, να βγαίνουμε, να βοηθάμε ο ένας τον άλλο. Εγώ, ίσως να ήμουν και αφελής τότε, τον πίστεψα. Λίγο τα ζόρια στη ζωή μου, λίγο η ανάγκη να νιώσω πως έχω πλάτη στη δουλειά, έδεσα πάνω του. Κι αυτός, πλατύ χαμόγελο, μιλάει δυνατά, να σε ακούσουν όλοι – κυρίως οι προϊστάμενοι.

Η εταιρεία εκείνο τον χειμώνα είχε πολλά προβλήματα. Άρχισαν περικοπές, απολύσεις, σφίξιμο. Εγώ προσπαθούσα να σταθώ στο ύψος μου, να κρατήσω αποδείξεις, χαρτιά, να βοηθήσω όπου μπορούσα. Ο Κώστας σε όλο αυτό φάνηκε ήρεμος. Εγώ νόμιζα πως με είχε φίλο. Συζητούσαμε, κάναμε πλάκες, ακόμη και για το ενδεχόμενο μελλοντικών απολύσεων.

Και να σου, μια μέρα, φτάνουν φήμες ότι πρέπει να φύγει ένας από το λογιστήριο, “για εξοικονόμηση”. Εγώ το έμαθα τελευταίος. Είχα αρχίσει να ψυλλιάζομαι, αλλά τι να κάνεις; Όταν είσαι εκεί μέσα, το παιχνίδι παίζεται αλλιώς. Όμως εκείνο που δεν ξέχασα ποτέ είναι τι έγινε μια μέρα στο ασανσέρ – πρώτη φορά το λέω αυτό τόσο ανοιχτά. Μπαίνω μέσα με τον Κώστα κι ένα από τα μεγάλα αφεντικά. Δεν είχαν δει ότι ήμουν κι εγώ εκεί, πιο πίσω. Και ακούω τον Κώστα να λέει ψιθυριστά: “Ξέρετε, ο Γιάννης κάνει φασαρίες με τα βιβλία. Καλύτερα να προσέξουμε…” Χαχάνιζαν κάτι για “ζόρικη περίπτωση”. Δεν ήταν μόνο η προδοσία. Ήταν ότι, μπροστά μου, ήταν φίλος. Πίσω μου, μαχαίρι. Απλά.

Από κείνη τη μέρα, κάτι μέσα μου έσπασε. Δεν είπα τίποτα. Έκανα τον ανήξερο, όπως κάνει ο Έλληνας όταν παίρνει χαμπάρι πως του σκάβουν τον λάκκο. Έμεινα σιωπηλός και άρχισα να παρατηρώ. Ο Κώστας έλεγε κουβέντες, έχτιζε το παραμύθι του, μπροστά μου έτσι, πίσω μου αλλιώς. Η δουλειά μύριζε κλωστές. Πέρασε καιρός. Εγώ το κράταγα μέσα μου, έβραζα, είχα τρελαθεί να μετράω τα βήματα του.

Τότε, άλλαξα τακτική. Ξεκίνησα να σημειώνω τα πάντα. Ό,τι άκουγα, ό,τι έβλεπα, πότε μπαίνει, πότε βγαίνει, ποια χαρτιά φέρνει και σε ποιον. Ήξερα πως, ψυχολογικά, αυτό το παιχνίδι είναι μαραθώνιος – δεν φέρνει αποτέλεσμα σε μια μέρα. Περίμενα. Σιγά-σιγά, με τα λίγα ψίχουλα πληροφορίες, κατάλαβα κάτι που ίσως να μην είχα προσέξει ποτέ αν δεν είχα πληγωθεί τόσο. Ο Κώστας, μες στα νταραβέρια του, “διόρθωνε” κάποιες προσφορές προς τους πελάτες – για να φανεί καλύτερος. Έπαιρνε δουλειές με ψεύτικες εκπτώσεις, δήθεν για την εταιρεία, αλλά ουσιαστικά έβαζε σε ανισορροπία το λογιστήριο. Δεν ήταν εκτός νόμου – αλλά ήταν έξυπνο ψέμα.

Φαντάσου τώρα όλο αυτό να χτίζεται βδομάδες. Σιωπή μεταξύ μας. Το μούδιασμα στην ατμόσφαιρα. Με χαιρετούσε, του χαιρέταγα ψυχρά, κατάλαβε ότι κάτι έχω, αλλά ο Κώστας ήξερε να παίζει το θέατρο. Παρέμενα τυπικός, δούλευα πιο σκληρά. Στο αρχείο μου, σημειώσεις, emails, ώρες, συγκεντρωμένα όλα. Δεν ήθελα να πάω ούτε στους προϊστάμενους βιαστικά. Περίμενα τον κατάλληλο χρόνο.

Ήρθε η ώρα, γύρω στον Απρίλιο. Μου φώναξαν για “συνάντηση απολογισμού”. Υποτίθεται να συζητήσουμε την απόδοσή μου, αλλά το ένιωθα, ήμουν στο τσακ για να μου δείξουν την πόρτα. Κάθισα ψύχραιμος. Ήταν εκεί και ο Κώστας, με το γνωστό ύφος του, δίπλα στο αφεντικό.

“Γιάννη, μας ανησυχούν κάποιες ασυμφωνίες. Ξέρεις κάτι;” με ρωτάνε.
Τότε έγειρα μπροστά, κι έβγαλα τον φάκελο με όλα που κρατούσα τόσο καιρό. Ήρεμα, χωρίς φωνές – το έκανα συζήτηση ψυχρής λογικής, όχι απολογίας. Εξήγησα με ημερομηνίες, στοιχεία, πώς προέκυψαν όλα τα “λαθάκια” στις προσφορές. Ρώτησαν πολλά. Ο Κώστας άλλαζε χρώματα.

Στο τέλος ήρθαν να μου ζητήσουν εξηγήσεις – όχι εγώ, αλλά ο Κώστας εκείνη τη φορά. Δεν πανηγύρισα. Αντέδρασα ανθρώπινα: μαζεύτηκα ήσυχα. Δεν τον είδα να φεύγει, έμαθα αργότερα από συναδέλφους ότι του ζήτησαν να εξηγήσει αρκετά “θέματα” και η μετάθεσή του στη Θεσσαλονίκη, λίγες μέρες μετά, δεν ήταν καθόλου τυχαία.

Τελικά, εγώ κράτησα τη δουλειά μου. Δεν γίναμε φίλοι ποτέ ξανά – αλλά από τότε, έμαθε να με προσπερνά στο διάδρομο.

Καμιά φορά, όταν κάθεσαι σιωπηλός, όλος ο κόσμος νομίζει ότι σε έχει του χεριού του – μέχρι να καταλάβει… ότι μπορείς να του στήσεις σκάκι με την υπομονή σου.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.