Ξέρεις, όσα χρόνια κι αν περάσουν, μερικά πράγματα δεν ξεχνιούνται. Δεν είναι ότι τα έχεις συνέχεια στο μυαλό σου, αλλά όταν βρίσκεσαι μόνος, αργά τη νύχτα ή εκείνες τις περίεργες ώρες που όλα κάπως ησυχάζουν, κάτι μικρό ―μια μυρωδιά, μια φράση, ένα γέλιο στον δρόμο― στα φέρνει ξανά μπροστά σου. Αυτά τα μικρά, ασήμαντα που σου έχουν αφήσει σημάδι, σαν αχνή ουλή. Εμένα αυτή η ουλή λέγεται Μάριος· ο Μάριος ο κολλητός “μια ζωή”, που στο τέλος με πούλησε τόσο αθόρυβα, που αμφέβαλλα αν άξιζε καν να το παλέψω.
Όλα ξεκίνησαν πριν πέντε χρόνια στην Καλλιθέα, τότε που δουλεύαμε μαζί σε ένα μικρό συνεργείο αυτοκινήτων. Μόλις είχα μπει στο μαγαζί, ξεκίνησα από κάτω, λάδια, βίδες, ότι βρίσκαμε. Ο Μάριος ήταν ήδη δυο χρόνια εκεί, πιο έμπειρος, πιο κοινωνικός – τον αγαπούσαν όλοι. Με αγκάλιασε που λέει ο λόγος, με έβαλε στο κλίμα, με έμαθε κόλπα, με κέρασε μπίρες, μου ’δειξε τις παλιές καλές καντίνες για τυρόπιτα στις 7 το πρωί. Ούτε αδέρφια να ήμασταν.
Να μη στα πολυλογώ, με τον καιρό σέταρα κι εγώ στο μαγαζί. Έβλεπαν ότι πιάνουν τα χέρια μου οι παραπάνω και άρχισα να ανεβαίνω: με περισσότερη ευθύνη, περισσότερα μερεμέτια, καλύτερους μισθούς. Ε, κάποια στιγμή, αρχίζει ο Ματθαίος ―ο αφεντικός― να μου πετάει καρφιά ότι “εσύ Αντώνη, να το προσέξεις εκείνο το Golf”, “να με βοηθήσεις με τον λογαριασμό της αποθήκης”, τέτοια. Το ’νιωσα ότι με γουστάρει παραπάνω, μα δεν έδωσα βάση, δεν θέλησα να το παίξω φαφλατάς. Ούτε στον Μάριο είπα τίποτα· μια χαρά ήμασταν, ήθελα να παλεύουμε μαζί.
Κάποια μέρα αρχίζουν τα περίεργα. Ο Μάριος να αστειεύεται εις βάρος μου, να κάνει πονηρά υπονοούμενα μπροστά στους άλλους, να πουλάει ξεροκεφαλιά αν τον ρώταγα καμιά λεπτομέρεια. Έβλεπα πως κάτι έχει αλλάξει, μα δεν ήθελα να το πιστέψω. Όταν άρχισε να λείπει αδικαιολόγητα και να χρεώνονται οι δουλειές του σε μένα, ακόμα το κατάπια. Το γούστο ήταν το εξής: κάθε φορά που ο Ματθαίος μου ανέθετε κάτι σημαντικό, το μάθαινε ο Μάριος γρηγορότερα κι από μένα και το σαμποτάριζε, μ’ ένα τρόπο κουτοπόνηρο που μόνο τώρα, εκ των υστέρων, τον καταλαβαίνω.
Κάποιο βράδυ του χειμώνα, κατά τις εννιά, που μάζευα τα εργαλεία, έμεινα λίγο παραπάνω και πέτυχα στον υπολογιστή ένα email που του είχε στείλει της αποθήκης. Από την πλεονεξία του, είχε αφήσει ανοιχτό λογαριασμό στα mails, βλέπω πάνω-πάνω το μήνυμα: “Μην εμπιστεύεσαι τον Αντώνη, θα σου φέρει μπελάδες. Έχω μάτια παντού.” Ο Ματθαίος του απάντησε, γεμάτος αμφιβολία. Τότε ήταν που πάγωσα.
Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Γύρισα το βράδυ σπίτι κι όσο κι αν ήθελα να ουρλιάξω, δάγκωσα τη γλώσσα μου. Από εκείνο το βράδυ, αποφάσισα ότι θα το κρατήσω μέσα μου, μα θα το φορτώσω εκείνος. Πέρασα μήνες παρατηρώντας, περιμένοντας, αθόρυβα. Δεν άλλαξα τίποτε: ούτε τη συμπεριφορά μου, ούτε το στιλ μου, ούτε χαμόγελο. Όποτε έπιανα τον Μάριο να με κοιτάει περίεργα, του χαμογελούσα ή του έλεγα κάνα αστείο. Ποτέ δεν του έδειξα ότι ήξερα τις ματσακονιές του.
Επιτηρούσα. Έβλεπα πότε τρυπώνει στην αποθήκη χωρίς λόγο, πότε κάνει στη ζούλα τσιγάρο με τον Ματθαίο, πότε ψιθυρίζει στον αφεντικό μουρμούρες του στιλ “τον Αντώνη τον είδα να μιλάει πολύ με την προϊσταμένη”, τέτοια. Τα σημείωνα όλα, έκανα τούβλο το πρόσωπό μου, τούβλο η ψυχή μου. Μέσα μου όμως σχεδίαζα. Η εκδίκηση δεν θα ερχόταν βιαστικά ― έπρεπε να γίνει σωστά, στο σωστό χρόνο. Ήξερα πως ο Μάριος είχε ενα κρυφό ελάττωμα: ήθελε πάντα να φαίνεται ότι τα ξέρει όλα, να είναι εκείνος το αστέρι, ακόμα κι αν δεν ήξερε πώς να φέρει σε πέρας μια δύσκολη δουλειά.
Η ευκαιρία μου ήρθε σε μια δύσκολη περίοδο ― ο Ματθαίος πήρε μεγάλο έργο, να φτιάξουμε στόλο οχημάτων για μια εταιρεία. Ήξερα ότι ο Μάριος είχε φουσκώσει το βιογραφικό του και υποσχέθηκε στον αφεντικό ότι “αναλαμβάνει όλη την επισκευή, όλα τα service”. Ένας Θεός ξέρει γιατί τον πίστεψαν. Εκείνο το δεκαήμερο δούλεψα σαν σκυλί, ασήκωτος, έμαθα κάθε λεπτομέρεια, κάθε πιθανό λάθος, κάθε λεπτό χαλκού που έλειπε από στοκ. Δεν παρασύρθηκα σε κόντρες, κράτησα το κεφάλι χαμηλά – αλλά ήξερα ακριβώς τι είχε στηθεί, ποιος έκανε τι.
Έφτασε η μέρα της παράδοσης. Ο Ματθαίος φώναξε όλους τους υπαλλήλους να δείξουν τη δουλειά τους. Ο Μάριος φουσκωμένος κοκοράκι, άρχισε να εξηγεί τις “επαναστατικές” λύσεις και να περηφανεύεται για το σύστημα ελέγχου που εκείνος τάχα εισήγαγε. Τον άφησα να μιλήσει. Τον άφησα να πει κι άλλα, να υπερβάλλει, να καρπωθεί ξένες ιδέες.
Όταν ήρθε το δικό μου κομμάτι, περίμενα να ρωτηθεί. Δεν το προέβαλα. Έκοψα βλέμματα, κοιτούσα διακριτικά τον Ματθαίο, που απορούσε γιατί δεν μιλάω. Όταν αποκαλύφθηκε ότι δύο αμάξια είχαν τεχνικό πρόβλημα, τα οποία ανήκανε καθαρά στο συνεργείο του Μάριου, τότε ήταν που έκανα την κίνησή μου. Πάω στον αφεντικό και αθόρυβα του λέω, “Ξέρεις, αν θες να δεις κάτι, έχω μερικά screenshots, μερικά μηνύματα, μερικές ημερομηνίες. Θα ήθελες να περάσεις το βράδυ από το μπαλκόνι του συνεργείου, να δεις ποιος μπαίνει; Εγώ έχω τη φήμη από το μαγαζί, αλλά κι αυτοί σκιάζουν τη δουλειά μου”.
Ο Ματθαίος – που είχε την καχυποψία σφηνωμένη μέσα του μήνες – δέχτηκε. Μέσα σε τρεις μέρες είδε και άκουσε μόνος του ποιος έκανε λάθη, ποιος κάλυπτε, ποιος έλεγε ψέματα. Δεν με ενδιέφερε αν πάρω προαγωγή· ούτε να μπούκαρα με ύβρεις και τσαμπουκάδες. Εκείνο που ήθελα, ήταν να νιώσει ο Μάριος για πρώτη φορά τι σημαίνει να κοιτάς πίσω από την πλάτη σου.
Τελικά, ο Ματθαίος του έβαλε τις φωνές μία μέρα που έλειπα με άδεια. Ο Μάριος ήρθε να μου ζητήσει τα ρέστα, δεν είχα τίποτα να του πω. Δεν παραδέχτηκα τίποτα, δεν έβρισα, δεν ύψωσα τη φωνή. Απλώς του είπα με χαμηλό βλέμμα: “Όταν τα παίζεις όλα για όλα, να σιγουρευτείς ότι δεν σε βλέπει κανείς. Γιατί κάποιος πάντα βλέπει”.
Στον μήνα πάνω, έφυγε. Οι υπόλοιποι αντελήφθησαν αργά τι έγινε. Κάποιοι με κοιτούσαν με μισό μάτι, άλλοι με εκτιμούσαν πιο πολύ. Δεν έχει σημασία. Σημασία για μένα είχε ότι το βάρος έφυγε από τα σωθικά μου, σαν να μου είχαν τραβήξει μιαν αλυσίδα από γύρω απ’ τον λαιμό.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.