Ξέρετε, μερικές φορές χρειάζεται να περάσουν χρόνια μέχρι να καταλάβεις τι σημαίνει να σε εκμεταλλευτούν και να σε γελάσουν μπροστά στα μάτια σου. Το συνειδητοποίησα μόνο όταν άρχισα να κοιτάζω πίσω, καμιά φορά αργά τα βράδια, εκεί που πέφτει λίγο ησυχία. Ήμουν νεαρός τότε, γύρω στα 28, δούλευα σε μια διαφημιστική στη Θεσσαλονίκη. Και είχα έναν, ας πούμε, φίλο. Τον λέγανε Παναγιώτη.
Ο Παναγιώτης ήτανε απ’ αυτούς με την καλή κουβέντα για όλους, πάντα να περιφέρεται στα γραφεία, μισό χαμόγελο, τσιγάρο στο χέρι, και να πουλάει τρέλα και εξυπνάδα στη διοίκηση. Ήξερε πότε να κρατήσει το στόμα του κλειστό και πότε να ρίξει φαρμάκι, όχι χοντρό, αλλά αρκετό για να σε κάνει να φανείς εσύ ο “συνεργάσιμος αλλά λίγο αφελής”. Κάποια στιγμή εκείνο το καλοκαίρι, πήραν το γραφείο ένα μεγάλο project. Εγώ δούλευα μέρα νύχτα να το στήσω γιατί με πίστευε το αφεντικό: “Εσύ έχεις το μυαλό, Θόδωρε, εσύ μπορείς.” Μια μέρα, ενώ έλειπα για ραντεβού, γύρισε ο Παναγιώτης και έκανε παρουσίαση στη διοίκηση το concept… δικό μου. Λέξη-λέξη. Σχέδιο-σχέδιο, ιδέα-ιδέα. Το έμαθα από μια συνάδελφο: “Ρε τον Παναγιώτη, τα είπε λες και ήταν δικά του!”.
Δεν είπα τίποτα. Ούτε ένα βλέμμα. Ούτε καν όταν ήρθε να με χτυπήσει φιλικά στην πλάτη, να πει “ωραία η ιδέα σου ρε Θόδωρε, αλλά χρειάζεται λίγη φινέτσα”. Βράδυ πήγα σπίτι, κάθισα στο μπαλκόνι με μπύρα, κι έσφιγγα τα δάχτυλα μου στο κάγκελο. Ήξερα ότι αν έβγαινα και το φώναζα, θα έβγαινα εγώ ο ζηλιάρης, ο καβγατζής. Οπότε το κράτησα μέσα μου. Μέρες, βδομάδες, μήνες. Ο Παναγιώτης προχωρούσε στο γραφείο, πήρε και δικό του project μετά από λίγο, του δώσανε promotion – “ξέρει να διαχειρίζεται καταστάσεις” είπαν. Έκανε φίλους, έκανε παρέες, “τι καλός ο Πάνος, όλο βοηθάει”, ακούς; Εγώ έκανα τη δουλειά μου ήσυχα, δούλευα περασμένα βράδια, πήγαινα πρώτος και έφευγα τελευταίος. Μόνο που γέλαγα όλο και λιγότερο.
Όσο μάζευα απωθημένα, τόσο περισσότερο ήξερα ότι αυτό το πράγμα δεν γίνεται να περάσει έτσι. Όχι για τη δόξα τη δική μου, όχι για να τον “εκδικηθώ”. Για να μπορέσω να με κοιτάξω ξανά στον καθρέφτη. Αλλά δεν είμαι από τους τύπους που φωνάζουν. Είμαι υπομονετικός. Μέχρι να’ρθει η καλή η στιγμή. Και ήρθε – ένα χρόνο μετά. Η εταιρεία μας ανάλαβε ένα διαγωνισμό για μια τρελά μεγάλη καμπάνια. Το ψήνανε βδομάδες – σχέδια, ιδέες, meetings. “Όποιος κερδίσει το project, θα το “τρέξει” και θα το διαχειριστεί μόνος του”. Ήταν μεγάλη ιστορία. Και ο Παναγιώτης είχε ξεκινήσει πάλι να ψαρεύει τη γνώμη μου. “Ρε συ Θόδωρε, αν έκανες εσύ κάτι τέτοιο, πώς θα το πήγαινες;”… Εγώ ήσυχος, χαμογελάνε τα μουστάκια μου από μέσα, αλλά κρατιέμαι:
“Δεν ξέρω ρε φίλε, ακόμη το ψάχνω. Εσύ πώς το σκέφτεσαι;” Μου πέταγε σκόρπιες ιδέες, εγώ του επιβεβαίωνα τα λάθη του χωρίς να φαίνεται, τον έστελνα σε αδιέξοδα με γλυκόλογα. Την κρίσιμη βδομάδα έκανε παρουσίαση με δικές του “επαναστατικές” ιδέες, που όμως ήταν νοσταλγία απ’ το παρελθόν, ξεπερασμένες πουθενάδες, αναμασήματα των τάσεων του… 2015. Και μάλιστα ανέλαβε ο ίδιος να το προωθήσει. Έλα όμως που είχα ήδη ετοιμάσει δικό μου concept με δύο άλλους “ήσυχους” συναδέλφους, χωρίς να το ξέρει η διοίκηση. Μπήκα ήσυχα ένα πρωί με τα χαρτιά μου, το σκιτσάκι μου, και περίμενα να κάνουν παρουσίαση πρώτα οι άλλοι.
Εκεί πάνω που ο Παναγιώτης μιλούσε – θεάτρου το ανάγνωσμα, χειρονομίες, χιούμορ – εγώ απλά περίμενα, με το φάκελο μου κάτω από το χέρι. Οι προϊστάμενοι χαμογελούσαν, αλλά στο μάτι φαινόταν πως “κάτι δεν μας πείθει”. Με κόψανε στα γρήγορα, με φωνάζουν να μιλήσω. Παίρνω δυο ανάσες, βγάζω τα χαρτιά μου, ξεδιπλώνω σιγά-σιγά το concept μου, λέω τα πάντα ήσυχα, τακτοποιημένα. Καμία έπαρση. Απαντάω σε όλα τους τα σχόλια με απόλυτη ηρεμία, τεκμηριωμένα, παρουσιάζω κι ένα μικρό demo που είχα προνοήσει να ετοιμάσω. Οι άλλοι δίπλα, ειδικά ο Παναγιώτης, ξεροκατάπιναν, θυμάμαι ακόμα το τρεμόπαιγμα στα μάγουλά του, σα να μην πίστευε ότι το γύρισμα είχε τόσο ήσυχη ένταση.
Τις επόμενες μέρες ήρθε το αποτέλεσμα: To project πέρασε στα χέρια μου. “Δικό σου, Θόδωρε. Όπως το παρουσιάσατε εσύ και η ομάδα σου. Μπράβο.” Ο Παναγιώτης δεν είπε λέξη. Έκανε τον άνετο, πως “εντάξει παιδιά, καλό είναι να προχωράμε όλοι μπροστά”. Αλλά εγώ είδα τα μάτια του όταν σηκώθηκα να κεράσω όλο το γραφείο για την επιτυχία. Είχαν κάτι αμήχανο, σα σπασμένο καθρέφτη, λες κι έβλεπε πρώτη φορά την αντανάκλασή του. Στα επόμενα projects, σταμάτησε να τσαλαβουτάει στις ιδέες των άλλων. Άρχισε να μαζεύεται σιγά-σιγά. Δεν του μιλήσαμε ποτέ γι’ αυτό. Ό,τι είχα να πω, το άφησα να ακουστεί μόνο του, χωρίς φωνές, χωρίς τσακωμούς. Από τότε, στο γραφείο με βλέπουν αλλιώς – όχι απλώς ως “τον ήσυχο”, αλλά ως κάποιον που ξέρει να περιμένει και να χτυπά τη σωστή ώρα – χωρίς να λερώνεται.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θόδωρος.