Θα σου πω μια ιστορία που ακόμα κι αν έχουν περάσει τα χρόνια, δεν μπορώ να την ξεχάσω. Είναι από αυτές που σε αλλάζουν, σε σημαδεύουν βαθιά, όχι τόσο γιατί σου έκαναν κάτι το τρομερό, όσο για τον τρόπο που το ένιωσες εσύ εκείνη την ώρα. Πώς κρατήθηκες, πώς πέρασες ξάγρυπνα βράδια σκεπτόμενος “γιατί;” και πώς, τελικά, βρήκες τον δικό σου τρόπο να το γυρίσεις πίσω.
Εκείνη την εποχή, πριν καμιά δεκαετία, δούλευα σε ένα μικρό μαγαζί με καφέδες και σνακς στο Περιστέρι. Χέρι-χέρι το βγάζαμε με τον ιδιοκτήτη, τον Γιώργο. Δούλευα σαν το σκυλί, γιατί ήμουνα φρέσκος στην πιάτσα και ήθελα να κάνω καλό όνομα. Ο Γιώργος ήταν ένα παλικάρι έξυπνο αλλά και διπρόσωπο. Μπροστά σου, “φιλαράκι”, πίσω σου δεν δίσταζε να πει ψέματα για οτιδήποτε τον βόλευε.
Ένα πρωί, καλοκαίρι του ’14, έγινε μια στραβή. Μια Παρασκευή – δεν τη ξεχνάω – γύρω στις δέκα. Μείον 80 ευρώ στο ταμείο. Ο Γιώργος, μπροστά και σ’ έναν πελάτη, σήκωσε τα φρύδια και φώναξε:
“Εγώ, πάντως, το μαγαζί το εμπιστευόμουν. Δε ξέρω τι γίνεται, Λάμπρο, αλλά αν ξανασυμβεί το λογαριασμό θα τον πληρώσεις εσύ.”
Το είπε έτσι, φωναχτά, λες και ήμουνα κλέφτης, και το ήξεραν όλοι εκτός από μένα. Τα λόγια του γέμισαν το μαγαζί μια περίεργη σιωπή… Ξέρεις, από αυτές που παγώνουν το αίμα σου. Οι παλιοί πελάτες με κοιτούσαν μισό μάτι, τα παιδιά που δούλευαν εκεί ένιωσα να γυρνάνε από μένα. Είπα “φίλε, δεν τα πήρα εγώ” αλλά στην ουσία ήξερα ότι μάταια παλεύω με τα νερά.
Το κράτησα μέσα μου. Γύρισα σπίτι, κι ώρες σκεφτόμουν, έπαιζα καρέ-καρέ το σκηνικό στο κεφάλι μου, με έπιασε πίκρα, μετά θυμός, μετά μια απορία που μεγάλωνε με τις μέρες – γιατί να θέλει να με ταπεινώσει έτσι; Εγώ για εκείνον έτρεχα.
Από εκείνη τη μέρα, έψαχνα ήσυχος, χωρίς να δώσω δικαίωμα, να βρω τι γίνεται. Δεν ήθελα να τον εκδικηθώ ακόμα – πρώτα ήθελα να ξέρω. Άρχισα να προσέχω, να καταγράφω με το μυαλό μου ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει, πότε ανοίγει το ταμείο, πότε λείπει ο Γιώργος.
Έτσι πέρασαν δύο εβδομάδες, μέχρι που παρατήρησα ένα λεπτό πραγματάκι – ένα παιδί από το delivery πήγαινε δήθεν για τσιγάρο, αλλά το χέρι του ακουμπούσε κάθε φορά στο συρτάρι του ταμείου. Δεν ήμουν σίγουρος· όμως, έβλεπα ότι ο Γιώργος το έκανε πως δεν το έβλεπε. Τότε κατάλαβα τι παίζει: ή βολεύονταν μαζί, ή τουλάχιστον ήξερε αλλά βόλευε να φορτώσει το φταίξιμο στον εύκολο στόχο – δηλαδή εμένα.
Δεν μίλησα, έπνιξα την αλήθεια — όχι ακόμα. Άφησα τα πράγματα να κυλήσουν άλλο τόσο – και ήμουν διαρκώς προσεκτικός, δεν έκανα βήμα χωρίς να σκέφτομαι το επόμενο. Μάζευα στοιχεία, σημείωνα ποιος ήταν στο μαγαζί όταν έλειπε χρήμα, ρωτούσα χαλαρά τους άλλους για το συγκεκριμένο παιδί (“τί ακούς, σου φαίνεται εντάξει;” κτλ), βαδίζοντας πάνω σε τεντωμένο σύρμα. Ούτε σε φίλους δεν ήθελα να ανοιχτώ. Άφηνα να φαίνεται πως το ’χω ξεχάσει.
Την αφορμή μου τη δίνει, τελικά, η ίδια η ζωή. Ο Γιώργος θέλει να βάλει σύστημα ασφαλείας – πελάτες διαμαρτύρονται, “γίνονται κλοπές στα μαγαζιά”. Όλο καμάρι στήνει κάμερα με “ζωντανή παρακολούθηση από το κινητό”. Παριστάνω τον ανήξερο, μ’ ας πού πως δεν ξέρω ούτε wi-fi να συνδέσω. Η κάμερα βλέπει το ταμείο αλλά όχι όλο το χώρο – όπως το είχε στήσει ο Γιώργος, κάλυπτε το μισό. Κι εκεί, ένα μεσημέρι, Παρασκευή και πάλι, “κολλάει” το wi-fi και ο Γιώργος μ’ αφήνει μόνο με το παιδί και φεύγει για να φέρει τεχνικό.
Ώρα 12:45, βλέπω το παιδί να κάνει το κόλπο ξανά. Αυτή τη φορά, όμως, είχα ήδη βάλει το κινητό μου να γράφει βίντεο από πίσω του, όπου είχε κενό η κανονική κάμερα. Ήσυχα, ήρεμα, λες και έβαζα το φλιτζάνι στη θέση του, πήρα το αρχείο, το έστειλα με mail σε μένα. Δεν είπα κουβέντα. Περίμενα τη σωστή στιγμή.
Το απόγευμα μαζεύτηκαν όλοι για έναν καφέ – τυπικό στο τέλος κάθε βδομάδας. Ο Γιώργος έκανε τον μάγκα, μιλούσε “για σωστούς υπαλλήλους” κι άρχισε να αναφέρεται ξανά στο περιστατικό με τα χαμένα λεφτά, τρίβοντας το μαχαίρι στην πληγή μου, για να με προκαλέσει ή για να καθησυχάσει τους άλλους ότι “κοιτάζει το μαγαζί του”.
Τότε σηκώνομαι, του λέω “Γιώργο, τώρα που βάλαμε και καμερούλες, κάτι θέλω να σου δείξω…”
Ανοίγω το βίντεο μπροστά σε όλους, ο άλλος χλομιάζει, ο Γιώργος το ίδιο – λες και έσκασε βόμβα στο μαγαζί. Δεν φώναξα, δεν έβρισα, δεν απαίτησα συγγνώμη: απλά τον κοίταξα στα μάτια, ήσυχα, όσο γινόταν πικρά ψύχραιμος. “Από ’δω και πέρα, να καθαρίζει όποιος τα λερώνει”, του είπα και γύρισα και έφυγα. Χωρίς δουλειά, μα με το κεφάλι ψηλά.
Δεν ξαναπάτησα στο μαγαζί ούτε για καφέ, μα έμαθα μετά πως το παιδί απολύθηκε και ο Γιώργος, λίγο καιρό αργότερα, έκλεισε το μαγαζί. Από τότε, δεν άφησα κανέναν να με ταπεινώσει, ούτε στη δουλειά, ούτε πουθενά.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Λάμπρος.