Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή τιμωρία του Βασίλη στη Θεσσαλονίκη

Ξέρεις, μερικές προδοσίες σου κόβουν τα πόδια, κι ας περνάνε χρόνια. Δεν ήμουν κανένας άγιος στη ζωή μου, αλλά πάντα πίστευα στο “έχω την πλάτη σου, έχεις τη δικιά μου”. Το 2017, στη Θεσσαλονίκη, ήμουν είκοσι επτά και δούλευα σε μια εταιρεία logistics. Τα πράγματα πήγαιναν μέτρια: μισθός μέτριος, αφεντικό μέτριο, αλλά είχα μια καλή παρέα στη δουλειά — ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Ο καλύτερος μου φίλος εκεί λεγόταν Βασίλης. Εντάξει, ήταν λίγο διπλωμάτης, είχε πάντα έναν τρόπο να σε κάνει να νιώθεις πως σε καταλαβαίνει. Τον γούσταρα όμως, σου λέω. Έτσι νόμιζα πως ήταν σαν αδερφός.

Μια μέρα, μπήκα στο γραφείο και ένιωσα τα βλέμματα. Δικά μου ήταν ή το φαντάστηκα; Μέσα σε δυο μέρες έμαθα γιατί: ο Βασίλης πήγε και είπε στο αφεντικό ότι εγώ “δήθεν” έκλεβα βενζίνη απ’ τα φορτηγά. Ακόμα θυμάμαι τη φάτσα του όταν έσκασε η αναφορά — τάχα έκπληκτος κι αυτός, να δείχνει ότι δεν ξέρει τίποτα. Προδοσία; Ψέμα; Ό,τι κι αν ήταν, με διέλυσαν εκείνες οι στιγμές. Απολύθηκα σχεδόν αμέσως, χωρίς να ακούσουν ούτε λέξη μου. Γελάκι ειρωνικό από τον Βασίλη, που τον προήγαγαν κιόλας επειδή “αποκάλυψε τη διαφθορά”.

Δεν αντιμίλησα. Το κράτησα μέσα μου. Οι φίλοι μου λέγαν “μην ασχολείσαι, κι αυτός τιμωρία θα πάρει κάποτε”. Έλα όμως που εγώ δεν μπορούσα να το χωνέψω. Βρήκα αλλού δουλειά — πάντα μικρομεσαίες δουλειές, αλλά δε μού ‘βγαινε να χαμογελάσω. Όποτε έβλεπα κάποιον που να μου θυμίζει τον Βασίλη, γύριζε όλο το μέσα μου.

Δεν πήγα να τον βρω, ούτε να του τα χώσω. Περίμενα. Έμαθα με τα χρόνια να περιμένω. Η Θεσσαλονίκη όσο μεγάλη κι αν είναι, μικρό χωριό γίνεται για κάτι τέτοια. Κι ο Βασίλης, βλέπεις, κάπου χάθηκε απ’ το μαγαζί εκείνο και γύρναγε σε γραφεία, σαν ποντίκι που ψάχνει την τρύπα του. Δεν σταύρωνε, λέει, καμία δουλειά πουθενά για πάνω από πέντε-έξι μήνες. Από στόμα σε στόμα, έφτασε στ’ αυτιά μου πως είχε “κακή προϋπηρεσία” — ασαφής λόγος, φυσικά, κανείς δεν ήξερε ακριβώς.

Είχα μια ιδέα. Ο πρώην μου εργοδότης, εκείνος που έπαιξε τον ρόλο του εισαγγελέα όταν με έδιωξαν, ήταν θείος ενός γνωστού. Μια μέρα του τηλεφώνησα, τάχα τυχαία, να περάσουμε για κανένα τσιπουράκι, πες για παλιά, πες ότι νοστάλγησα. Εκεί στην κουβέντα άρχισα να του θυμίζω ιστορίες, ήπιαμε, χαλαρώσαμε. Μέχρι που έφτασα στον Βασίλη. “Τον θυμάσαι τον Βασίλη; Έμαθα άλλαξε πολλούς εργοδότες — πού να δείτε πόσες φορές άλλαξε γραφείο τα τελευταία τρία χρόνια”.

Γυρίζει και με ρωτάει, “γιατί, τι έγινε;”. Εκείνη τη στιγμή, άρχισα να του ξετυλίγω σιγά-σιγά το κουβάρι. Δεν είπα ότι έκλεβα ποτέ βενζίνη. Είπα μόνο πώς ποτέ δεν έκανε έλεγχο στα φορτηγά. Πώς ο Βασίλης ανέλαβε κάποια στιγμή υπεύθυνος στόλου και, περίεργο πράγμα, λίγους μήνες μετά την απόλυσή μου, κάποιοι “ξεχασμένοι λογαριασμοί” ήρθαν στην επιφάνεια. Μάρτυρας δεν ήμουν, αλλά η τακτική μου ήταν η σιωπή κι ένα δυο υπονοούμενα. Απλά, σιγανά, ψιθυριστά. Προσέξτε ποιον ακούτε, του είπα κάποια στιγμή, γιατί η αλήθεια τελικά πάντα βρίσκει τον δρόμο της. Έφυγα απ’ το τσιπουράδικο χωρίς να αναφέρω ονόματα κι ημερομηνίες. Απλά του άφησα εκείνο το σκουλήκι της αμφιβολίας. Αυτό ήθελα μόνο: να μην κοιμάται ήσυχος ο πρώην εργοδότης μου όταν ακούει το όνομα του Βασίλη.

Τρεις μήνες μετά, κάποιος κοινός γνωστός είπε τυχαία “Ξέρεις ποιος ζητάει δουλειά παντού και κανένας δεν τον παίρνει; Ο Βασίλης”. Στην πιάτσα άρχισαν να ψιθυρίζονται διάφορα. Ότι οι ιστορίες του τελικά ήταν πάντα λίγο μεγαλύτερες απ’ ό,τι έλεγε, ότι δούλευε εδώ κι εκεί, αλλά ποτέ δεν άνοιγε τα χαρτιά του. Ότι αφού κατάφερε να καρφώσει έναν “φίλο” του για να πάρει προαγωγή, ποιος ξέρει τι άλλο θα έκανε αν του δινόταν η ευκαιρία. Δεν χρειαζόταν να κάνω τίποτα περισσότερο. Η φήμη είναι αόρατο φίδι, ξέρεις, και όταν την αφήσεις να γλιστρήσει, ξέρει πού να χτυπήσει.

Πέρασαν ενάμιση-δύο χρόνια από τότε. Μια μέρα, σ’ ένα καφέ που ήμουν με δυο φίλους, βλέπω τον Βασίλη απ’ έξω να περνάει βιαστικά, αγχωμένος, μόνος. Για μισό δευτερόλεπτο, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Δεν με αναγνώρισε αμέσως — ή ίσως έκανε ότι δε με θυμήθηκε. Τόσα χρόνια καμιά συγγνώμη, καμιά εξήγηση. Μόνο σιωπή. Μα εκείνο το βλέμμα του είχε μέσα του λύπη, φόβο κι ένα “γιατί”. Γιατί δεν του βγήκε το παιχνίδι.

Δεν ξεστόμισα λέξη. Δεν του έριξα τίποτα. Απλά γύρισα το βλέμμα μου πίσω στους φίλους μου και συνέχισα τη συζήτηση. Ήξερα ότι δεν θα πάω μπροστά κουβαλώντας μίσος. Εκείνος; Δεν ξέρω τι απέγινε τελικά. Μπορεί να μετάνιωσε, μπορεί και να μην έμαθε ποτέ το μάθημά του. Το θέμα είναι πως το βάρος έφυγε από πάνω μου. Και αν κάποιος άλλος προσέξει τι σημαίνει να προδίδεις για δικό σου όφελος, τόσο το καλύτερο.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.