Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή αποκαθήλωση της Μαρίας στο λογιστικό γραφείο

Θυμάμαι ακόμα, σαν να ‘ταν χτες, την πρώτη φορά που κατάλαβα πως κάτι δεν πάει καλά. Δουλεύαμε μαζί τρία χρόνια, με τη Μαρία. Γραφείο λογιστικό, μικρό μα οικογενειακό, έτσι το λέγαμε τουλάχιστον μεταξύ μας. Εκείνη, λίγο μεγαλύτερη, είχε πάρει το ρόλο του μέντορα μου – το ‘χε πιο πολύ ανάγκη μάλλον από μένα, να νιώθει πως κάποιος εξαρτάται απ’ αυτήν. Πάντα ό,τι δουλειά και να ‘βγαινε, στο τέλος ο προϊστάμενος μάς χώριζε σε ζευγάρια. Εγώ με τη Μαρία – αχτύπητο δίδυμο λέγανε οι άλλοι.

Στην αρχή τα έβλεπα όλα ροζ. Με βοηθούσε, δήθεν με πρόσεχε. Κάπου εκεί όμως, άρχισα να νιώθω πως κάθε φορά που ακουγόταν κάποιο λάθος, το όνομά μου γινότανε πρώτο θέμα. Στην αρχή πήγαινε με την “ευγενική” προσοχή, τύπου «θα σε βοηθήσω εγώ, Μανώλη, μη στεναχωριέσαι», μα όλο και πιο συχνά ανακάλυπτα πως κάτι που είχαμε κάνει μαζί ή που φταίγαμε και οι δυο, το φορτωνόμουν αποκλειστικά εγώ. Τυχαίες παρατηρήσεις στο διάδρομο τύπου «μη βασίζεσαι πολύ σ’ αυτόν», ψιθύρους που έφταναν στ’ αυτιά μου.

Ήταν ψέμα. Εκείνη μ’ έδινε στεγνά όταν βολευόταν, κι όταν τη ρωτούσε ο Θανάσης ο προϊστάμενος, παρίστανε την ανήξερη. Το ένιωθα μες στη σιωπή της κάθε φορά που μπλεκόμασταν. Στην καθημερινότητα το κατάπια, έπνιγα τη γλώσσα μου. Το βράδυ στο σπίτι όλο με φούντωνε κι όλο έλεγα: “Δεν μπορεί, υπερβάλλω. Θα περάσει.”

Έγινε επαναλαμβανόμενο, σχεδόν σύστημα. Μια μέρα χάθηκε μια απόδειξη που είχαμε λογαριάσει μαζί. Αμέσως, κατηγόρησε εμένα, χαμογελώντας πονηρά σαν ξέραμε οι δυο μας τι συνέβαινε στ’ αλήθεια. Ήμουν πνιγμένος από νεύρα, αλλά χαμογέλασα. Πήρα βαθιά ανάσα. Δεν είπα κουβέντα.

Ένα μεσημέρι – το θυμάμαι πεντακάθαρα – την άκουσα να λέει στον λογιστή τον Πέτρο πως, όλοι καλοί είναι, “αλλά ο Μανώλης είναι λίγο ακατάστατος, απρόσεκτος, πολύ άπειρος ακόμα”. Μόλις με είδε, σταμάτησε. Είχε αυτό το βλέμμα του αθώου, το χαμόγελο που λέει, “έλα, μην τα παίρνεις όλα τόσο βαριά”.

Εκείνη τη μέρα το πήρα απόφαση. Δεν θα ξεφύγω με νεύρα ή φωνές· δεν θα της δώσω την ικανοποίηση να πει ότι είμαι αδύναμος. Θα περιμένω. Μια-μια τις μέρες, άρχισα να κρατάω κι εγώ σημειώσεις. Τι περασμένες προθεσμίες καλύπταμε, για ποια λάθη είχα φταίξει εγώ, για ποια εκείνη, ποιος έκανε τι. Δεν ήταν τρόπο να την εκθέσω ανοιχτά – όχι ακόμα. Ήθελα να δω πρώτα αν ήμουν υπερβολικός.

Ο καιρός πέρναγε και όλο το ίδιο μοτίβο: μαζεμένα βλέμματα στο γραφείο, κάτι γελάκια, ατάκες που τις σήκωνε ο αέρας όταν περνούσα δίπλα τους. Εντωμεταξύ εγώ, όλο και πιο ήσυχος. Όχι τσακωμοί, όχι γκρίνια. Πολύ απλά, σταμάτησα να μοιράζομαι τα πάντα μαζί της. Κρατούσα αντίγραφα, έστελνα ό,τι έπρεπε και στον προϊστάμενο απευθείας – τυπικός πλέον σε όλα. Εκείνη δήθεν δεν το καταλάβαινε, έκανε πως όλοι ήμασταν φίλοι, αλλά η απόσταση άρχισε να της χαλάει το πλάνο.

Τα Χριστούγεννα, λίγες μέρες πριν την άδεια, έγινε το μεγάλο φάουλ. Ετοίμαζαμε μαζί το φάκελο για μια μεγάλη εταιρεία, και μπήκε λάθος ποσό σε μια δήλωση. Δικό της λάθος. Το βράδυ που την κάλεσε ο Θανάσης να του εξηγήσουμε τι έγινε, του είπε πως όλα τα στοιχεία τα είχα στείλει εγώ και πως εκείνη δεν πρόλαβε να τα διασταυρώσει “λόγω φόρτου του Μανώλη”. Εκείνη τη στιγμή με κοίταξε δήθεν λυπημένη· αλλά εγώ χαμογέλασα.

“Θανάση”, του λέω, “να σου δείξω τα mail με τη σειρά; Τα έχω όλα γραμμένα, και ποιος έκανε τι”. Πήγαμε μαζί μπροστά στο λάπτοπ, παρουσία όλων. Εκείνης το χαμόγελο είχε σβήσει. Έβγαλα το Excel με τα deadlines, τα ποιος έκανε τι, τα comments. Έδειξα πώς το έστειλα, τι της υπενθύμισα, πως το τελευταίο email το έστειλε η ίδια με τα τελικά ποσά – με συνημμένο το αρχείο και το όνομά της στον τίτλο. Ο Θανάσης δεν είπε πολλά, αλλά είδα τη φάτσα του. Μια παύση και μετά ένα “καταλάβαμε, εντάξει παιδιά.” Δεν το έπαιξε παραπάνω. Έκανες και το σωστό, σκέφτηκα.

Από εκείνη τη μέρα άλλαξαν όλα. Έβλεπες τη Μαρία να τον παίζει δήθεν προσβεβλημένη και θιγμένη, αλλά κανείς πια δεν έπεφτε στην παγίδα της. Από μαέστρος είχε γίνει κομπάρσος, και εγώ σιγά-σιγά ξέφυγα από τη σκιά της. Ο Θανάσης άρχισε να μου αναθέτει περισσότερα μόνος μου, οι υπόλοιποι με κοιτούσαν στα μάτια. Δεν ακούστηκε ποτέ κακία. Απλά η αλήθεια βγήκε ήσυχα, ταπεινά, χωρίς πολλά-πολλά.

Η Μαρία έμεινε, πέρασε καιρός, κράτησε απόσταση, δεν τόλμησε ξανά να μου ρίξει ευθύνες. Καμιά φορά βρισκόμασταν σε κοινές συζητήσεις, έλεγε δικά της – εγώ ένα απλό χαμόγελο και τίποτα παραπάνω. Δεν χρειάστηκε να πω κουβέντα, ούτε ν’ απολογηθώ σε κανέναν. Όσοι ήθελαν, κατάλαβαν μόνοι τους.

Κάποτε, μια νέα κοπέλα ήρθε στη θέση μου στην ομάδα της Μαρίας. Δεν είπα τίποτα – απλά πρόσεξα πως με κοιτούσε διαφορετικά, με έναν μισό φόβο, μισό σεβασμό. Δεν το ‘κανα με μίσος. Το έκανα επειδή κάποια στιγμή κουράστηκα να είμαι το θύμα, να νιώθω συνέχεια μικρότερος απ’ αυτό που είμαι. Στο τέλος δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια ή σκηνές.

Η εκδίκηση, αν μπορείς να το πεις έτσι, ήρθε σιωπηλά. Έβαλα επιτέλους καθρέφτη μπροστά της και, για μια φορά, κοίταξε τον εαυτό της όπως τον έβλεπαν οι άλλοι.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.