Εντάξει, λοιπόν, θα σας πω κάτι που δεν έχω πει ποτέ δημόσια, ούτε καν σε φίλο. Δε μου αρέσει να επιστρέφω σε παλιά, αλλά υπάρχουν πράγματα που, αν δεν τα βγάλεις από μέσα σου, γίνονται βάρος. Κουβαλούσα χρόνια αυτό το αγκάθι. Μιλάμε για μια εκδίκηση που καμιά φορά την ονειρεύεσαι αλλά δύσκολα τολμάς να την εκτελέσεις. Εγώ το έκανα, εν τέλει. Ή, τουλάχιστον, έτσι θέλω να πιστεύω.
Ήταν πριν έξι χρόνια, στην Αθήνα. Τότε δούλευα σε ένα γνωστό μαγαζί εστίασης, στο Χαλάνδρι. Ένα από εκείνα τα “τρέντι” μέρη όπου παίζει συνέχεια κόσμο, αλλά για τα παιδιά που δουλεύουν πίσω από τον πάγκο, γίνεται το έλα να δεις. Ώρες ατελείωτες, καβάντζα από υπερωρίες, αφεντικά με ύφος, πελάτες με απαιτήσεις. Ήμουν αρχικά ο “χαμογελαστός” της υπόθεσης, έλεγα “ναι” σε όλα, μέχρι που ήρθε στη φάση η Μαρίνα. Η Μαρίνα ήτανε φρέσκια, ωραία, με εκείνο το αβίαστο στιλ που σου τραβάει την προσοχή με το καλημέρα.
Μπήκε, θα το πω καθαρά, και δεν χρειάστηκε παραπάνω από μία βδομάδα για να κερδίσει τα πάντα – από τα καλύτερα πόστα στη βάρδια, μέχρι το πιο δυνατό φιλοδώρημα στη μοιρασιά. Πήρα είδηση κάτι στραβό από νωρίς, γιατί όπου έβρισκε το αφεντικό, χαμογελούσε “συνενοχικά”. Εγώ όμως, λόγω εμπειρίας, τα έβλεπα αλλιώς. Ενστικτωδώς, ήξερα ότι ήταν παιχνίδι, και το φοβήθηκα. Όχι για εκείνην – για μένα.
Δύο μήνες μετά, βρίσκομαι ξαφνικά μπλεγμένος: κορδέλες, λάσπη στην πλάτη, κουτσομπολιά στον χώρο, άτομα με το ζόρι μου μιλούν, και το αφεντικό, ο Βαγγέλης, αρχίζει να μου πετάει δήθεν αστεία για “κακή εξυπηρέτηση” ή ότι “δεν είμαι στις ταχύτητες που χρειάζεται το μαγαζί”. Κάτι δεν μου ταίριαζε. Έκανα υπομονή, αλλά εσωτερικά έβραζα‒ ένιωθα ότι είχα μπροστά μου μια παγίδα που κλείνει αργά.
Μέχρι τη μέρα που συνειδητοποίησα τι είχε γίνει. Η Μαρίνα είχε πάρει “αυτί” ότι ετοιμάζομαι να ζητήσω προαγωγή, κάτι που είχα δουλέψει καιρό. Σε μια φάση, έπιασα κουβέντα με μια συνάδελφο – την Ήβη – και κεινη, με βαριά καρδιά, μου το σφύριξε: “Πρόσεξέ τη, έχει πιάσει τον Βαγγέλη και του λέει ότι μιλάς άσχημα για τον μαγαζί στους πελάτες… Ότι ‘ρίχνεις’ την ομάδα.”
Έπεσε το στομάχι μου στα πόδια. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα καθόλου. Την επόμενη μέρα ήμουν σίγουρος: έπρεπε να απαντήσω, όχι με φωνές, ούτε με παρακάλια – αυτοί τρέφονται με την αδυναμία. Κράτησα χαμηλό προφίλ, έκανα το κορόιδο και άρχισα να παρατηρώ ήσυχα.
Την είδα – ήταν σχολαστική. Έκανε φίλους, δήθεν υποστηρικτές, πήρε τα “πάνω” της. Είχε βρει μια φάση να παίζει διπλό παιχνίδι: Έφερνε πελατεία, δούλευε δυνατά, αλλά πίσω από πλάτες φρόντιζε να “ρίχνει” όσους έβλεπε επικίνδυνους.
Δεν βιάστηκα – έφαγα ενάμισι μήνα μαζί της στο ίδιο μαγαζί, κάθε μέρα, ώσπου ήρθε η ευκαιρία. Οι ιδιοκτήτες είχαν αρχίσει να μπαίνουν στο μαγαζί πιο συχνά και ψάχνανε, λέει, να αλλάξουν “team leader”. Ο Βαγγέλης, με το γνωστό του χαμόγελο, φώναξε εμένα και τη Μαρίνα. Εκείνη εμφανίστηκε γλυκομίλητη, εγώ ήμουν σιωπηλός, σταθερός.
Το σχέδιό μου ήταν απλό και καθαρό – όχι βρώμικο. Απλώς, μάζεψα, ήσυχα και διακριτικά, όλα τα μικρά ανώνυμα “σχόλια” που είχε κάνει στα παιδιά και στους πελάτες. Πιάστηκαν κι άλλες δύο ψιθύρους για τη Μαρίνα – ότι έχει “δικές” της ώρες, ότι υπονομεύει άτομα στις βάρδιες, ότι φέρνει πελάτες, αλλά στήνει δικά της “τσιφλίκια”. Οι αποδείξεις μαζεύτηκαν με τον καιρό, με απλά notes και μαρτυρίες που της είχαν δώσει (άθελά τους) οι υπόλοιποι.
Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν η σταθερότητα: τους τελευταίους δύο μήνες, κάθε φορά που τολμούσε να πει κάτι εις βάρος μου, γυρνούσα και της έλεγα ένα “σε ποιον το είπες αυτό;” ή “γιατί το λες έτσι;”. Σταμάτησε να νιώθει σίγουρη. Έσκασε τα πρώτα νεύρα. Τη μία έφυγε παραπονούμενη στη βάρδια, την άλλη έκανε λάθη με τις κρατήσεις.
Στο τέλος, μία μέρα Δευτέρα, μπήκα στο μικρό γραφειάκι που κάναν meeting η διοίκηση με τη Μαρίνα. Περνώ αδιάφορος, αφήνω χαρτί με τις σημειώσεις για το μαγαζί (τυπικό, αν δεις τις βάρδιες), ακούω φωνές. Η Μαρίνα έχει βγει “εκτός εαυτού” γιατί κάτι πήγε στραβά και της ρίξανε την ευθύνη. Απ’ το παράθυρο, βλέπω την ιδιοκτήτρια να ακούει με αυστηρό βλέμμα. Έκανα αυτό που ήξερα: πήγα στην ιδιοκτήτρια, της έδωσα μία απλή, ψύχραιμη δική μου αναφορά – χωρίς να κατηγορήσω, χωρίς να δείξω δάχτυλο.
— “Ήθελα απλά να ξέρετε ότι κάνω ό,τι μπορώ, αλλά έχει υπάρξει ατμόσφαιρα στον χώρο που μας δυσκολεύει να λειτουργήσουμε ομαδικά. Αν νομίζετε ότι εγώ φταίω, πες μου και θα φύγω τώρα.”
Τίποτα παραπάνω. Μια μέρα μετά, πέφτει το μεγάλο: δίνεται βάρδια “δοκιμής” για τον team leader. Το παίρνω εγώ. Η Μαρίνα ξεσπάει, αρχίζει να μιλάει για “κακίες”, για “κλίκες” – αλλά κανείς δεν την ακούει· είχε ήδη κάψει τις γέφυρές της.
Δεν χαιρόμουν όπως νόμιζα. Είχα μείνει με εκείνη την πικρή γεύση… Ότι έφτασα μέχρι εκεί αργά, ήρεμα, σταθερά, χωρίς να αφήσω να με παρασύρει το συναίσθημα. Η Μαρίνα έφυγε μετά από τρεις εβδομάδες, βρίσκοντας, λέει, καλύτερη δουλειά.
Εγώ έμεινα εκεί, με τη θέση που είχα κερδίσει έστω και μετά από αγώνα. Κανείς δεν ήξερε τι έγινε ακριβώς. Μόνο εγώ και μερικοί που κατάλαβαν το παιχνίδι της σιωπής.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θάνος.