Ιστορίες Εκδίκησης – Η σιωπηλή ανατροπή του Βασίλη στο γραφείο

Από μικρός είχα μάθει να μην μιλάω πολύ – κυρίως να παρατηρώ. Ίσως αυτό να φταίει που ποτέ δεν ήμουν ο “χαρισματικός”, ούτε το επίκεντρο καμίας παρέας. Είχα όμως μάθει να καταλαβαίνω γρήγορα τους άλλους, πότε κάποιος λέει ψέματα, πότε σε εκμεταλλεύεται. Ήξερα να το κρύβω καλά – σαν να φορούσα μια μάσκα κι εγώ μαζί τους.

Ένα περιστατικό όμως με σημάδεψε για τα καλά. Τότε δούλευα σε μια εταιρεία εισαγωγών στο Μοσχάτο, δυο – τρία χρόνια πριν, με έναν διευθυντή που όλοι φοβούνταν: τον κύριο Βασίλη. Γύρω στα πενήντα, με γραβάτα και κοστούμι πάντα, και μια φωνή γεμάτη ειρωνεία που σου έκοβε τα πόδια μπροστά σε όλους. Σ’ έστηνε στον τοίχο χωρίς δεύτερη σκέψη, κυρίως τους νέους. Εμένα σχεδόν με είχε πάρει “υπό την προστασία του”, δήθεν. Η αλήθεια ήταν ότι, απλώς, του ήμουν βολικός.

Το καλοκαίρι εκείνο θυμάμαι, είχε πέσει πολλή δουλειά. Όλος ο όροφος έτρεχε, τα τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα, κι εγώ να τρέχω να προλάβω τιμολόγια, παραδόσεις – έκανα και των άλλων δουλειές. Κι ο Βασίλης, από πάνω. Ένα μεσημέρι λοιπόν, την ώρα που λέγαμε να κάτσουμε λίγο να φάμε όλοι μαζί, ο Βασίλης έρχεται με εκείνο το γνωστό του χαμόγελο και ρίχνει τη βόμβα μπροστά σε όλους: “Ο Γρηγόρης εδώ έκανε μια χαζομάρα που μας κόστισε το μεγάλο πελάτη. Να, να μαθαίνετε τι δεν κάνουμε…”

Όλοι γύρισαν και με κοίταζαν. Ρώτησε κανείς τι ακριβώς είχε γίνει; Κανείς. Το πρόβλημα είναι πως δεν είχα φταίξει – ήταν δικό του λάθος. Είχε στείλει σε λάθος τιμή μια μεγάλη προσφορά. Όμως αυτός είχε έτοιμο το θύμα του. Κι εγώ, σκέφτομαι, ήμουν πάλι ο “καλός”, που δεν θα μιλήσει να τον εκθέσει. Το κατάπια. Γύρισα σπίτι και για πρώτη φορά ένιωσα πως κάτι είχε σπάσει μέσα μου.

Κράτησα την ταπείνωση, το βλέμμα των συναδέλφων, την αμηχανία που κανείς δεν είπε κουβέντα. Ο Βασίλης είχε ξανακάνει κάτι παρόμοιο κι άλλες φορές – κάποτε μάλιστα διάβασα προσβλητικά email που είχε στείλει για άλλους. Όμως αυτή η φορά ήταν διαφορετική για μένα. Ενιωσα πως αν δεν έκανα κάτι, δεν θα έβρισκα ποτέ ξανά το θάρρος μου.

Ένα βράδυ, μετά τη δουλειά, παλιός συνάδελφος που είχε φύγει για να μην “σκάσει” από το στρες, μου είπε: “Δες αν μπορείς να βγάλεις την αλήθεια προς τα έξω. Δεν θα αλλάξει τον Βασίλη, αλλά θα θυμούνται όλοι πως δεν ήταν όλα όπως φαίνονταν.”

Εκείνο το βράδυ σπίτι μου, με ένα ουίσκι στο χέρι, κάθισα και σκέφτηκα: Ποιο είναι το πιο δυνατό του όπλο; Πώς έχει χτίσει το “φόβητρο” αυτό; Με το να έχει πάντα άλλους για ασπίδα του. Τι άλλο; Τα μικρά μυστικά που ήξερε για τους γύρω του. Πώς τα είχε μάθει;

Για μέρες τον παρατηρούσα ήσυχα, ειδικά στα meetings. Έλεγε πάντα “ακούγεται ότι”, “έχουν πει πως” – αλλά δεν έλεγε ποτέ ποιος είπε τι. Μάζευε, τάχα αθώα, κουτσομπολιά από όλους, και τα χρησιμοποιούσε μετά σαν παγίδες. Οι περισσότεροι του άνοιγαν την καρδιά τους. Αυτό ήταν το λειτουργικό του σύστημα.

Ξεκίνησα, λοιπόν, να τον “δίνω” με τον πιο σιωπηλό τρόπο: άρχισα να γράφω ημερολόγιο τα λόγια του, τα ψέματα, τις κατηγορίες που του ξέφευγαν, πάντα με παραδείγματα. Μίλησα διακριτικά σε δύο συναδέλφους που είχα καταλάβει ότι τον φοβούνταν και ήθελαν να φύγουν. Τους έδειξα αργά και ήρεμα δύο λάθη του που είχαν χρεωθεί σε εκείνους. Από εκεί και πέρα, δεν του μιλούσαν πια ανοικτά.

Έφερα δικούς του ανθρώπους να “σφαχτούν” μεταξύ τους, μόνο και μόνο με το να ρωτάω “ποιος σου το είπε αυτό;”. Νομίζω κάποια στιγμή άρχισε να καταλαβαίνει πως δεν λειτουργεί πια αυτό το μοντέλο. Πάντα ήμουν εκεί, ήσυχος. Σημείωνα, παρακολουθούσα, ρωτούσα με αθώο ύφος.

Μετά ήρθε η μεγάλη ευκαιρία: ετοιμάζαμε παρουσίαση για ένα νέο πελάτη, μεγάλο λογαριασμό. Ο Βασίλης με έβαλε – ξανά – να ετοιμάσω το μισό αρχείο, “για να έχει κάποιον να κατηγορήσει σε περίπτωση στραβής”, όπως μου είπε χιουμοριστικά μπροστά σε άλλους. Δεν μίλησα. Απλά κράτησα σημειώσεις, όλα όσα ήθελε, τις διορθώσεις του, το τι μου είπε να “κρύψουμε” από τη διεύθυνση για να φανεί πιο συμφέρουσα η προσφορά. Τα έγραψα με ακριβείς ημερομηνίες και emails.

Την ημέρα της παρουσίασης, μπροστά στη διεύθυνση, τον άφησα να μιλήσει πρώτος. Όμως όταν ήρθε η ώρα, σε μια ερώτηση που έκανε η οικονομική διευθύντρια για τα νούμερα, απάντησα ήσυχα: “Ο κύριος Βασίλης μου είχε ζητήσει να παρουσιάσω συγκεκριμένα αυτά τα στοιχεία. Ακολουθώ ακριβώς τα βήματα και τις αλλαγές που συζητήσαμε, έχω τα emails εάν τα θέλετε.”

Πρώτη φορά τον είδα να τα χάνει. Προσπάθησε να το μαζέψει, αλλά όλοι πλέον είχαν ακούσει το “εταιρικό μας πρωτόκολλο” από τα δικά μου χείλη. Δεν χρειάστηκε να τον παρασηρθεί δωμάτιο. Παρουσίασα, ήρεμα, τα σωστά έγγραφα – και ό,τι είχε ζητήσει να “μεγαλώσει” ή να παρουσιάσω λάθος, το ανέφερα χωρίς φόβο. Δεν ενοχοποίησα κανέναν, ανέφερα απλώς την πραγματικότητα και τις οδηγίες που ακολούθησα.

Εκείνη τη μέρα, δεν άλλαξε ο κόσμος. Μόνο μια σιωπή στο γραφείο. Αλλά από εκείνη την επομένη, άρχισαν να τον κοιτούν αλλιώς όλοι – πιο δύσπιστα, κανείς δεν του ανοιγόταν πια. Έχασε αυτή τη δύναμη. Σε δυο-τρεις μήνες, τον έκαναν στην άκρη, έγινε απλός “συνεργάτης” και όχι “φόβητρο”. Δεν μου ζήτησε ποτέ συγγνώμη, ούτε και το περίμενα.

Η δικαίωση δεν ήταν μεγάλη επιστροφή. Ήταν η ησυχία. Να δουλεύω και να ξέρω πως δεν είμαι πια ο χαζούλης που βαστάει το φταίξιμο για όλους. Κι άλλοι συνάδελφοι πήραν λίγο περισσότερο θάρρος – μπορεί και να βοήθησα κάποιον από αυτούς να βρει το δίκιο του.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γρηγόρης.