Να σου πω κάτι που με σημάδεψε αληθινά. Δεν ήταν καμιά ιστορία βίας ή τίποτα τέτοιο· αυτά τα φοβάμαι. Ήταν κάτι που μου ‘κανε η Άννα – παλιά μου φίλη, να πούμε, και συνεργάτιδα για πολλά χρόνια, στα ίδια γραφεία, τα ίδια καρβέλια μοιραζόμασταν. Όλα στη δουλειά, όμως, μπερδεύονται εύκολα. Και το χειρότερο, μπερδεύονται οι άνθρωποι, όχι τα χαρτιά.
Δούλευα στην εταιρεία αυτή στην Καλλιθέα κάπου μια δεκαετία, ξέρω ‘γω. Όλοι με ξέρανε, όλοι με φωνάζανε “ο Αλέκος που πάντα βοηθά, πάντα ήσυχος”. Η Άννα, μικρότερή μου καμιά δεκαριά χρόνια, μπήκε στην ομάδα μας φρέσκια και γεμάτη όνειρα. Μια χαρά, λέω, να της δείξω τα κόλπα του επαγγέλματος, μπιχλιμπίδια, τι να προσέχει, να πατήσει πάνω μου, όπως πατούσαν κι άλλοι πριν από αυτή.
Λοιπόν, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να μου ‘ρχεται παράξενο αυτό το χαμόγελο που πέταγε. Ένα κάτι που μου θύμιζε τα παλιά τα “φίλοι φίλοι, αλλά μη μπερδεύεσαι”. Δεν έδωσα σημασία, βέβαια. Μέχρι που ήρθε το μεγάλο project: τεράστιος πελάτης, όλοι πάνω απ’ το κεφάλι μας, προαγωγές στη γωνία, κι εγώ να τρίβω τα μάτια από το στρες.
Παίξαμε μαζί το παιχνίδι – εγώ δούλευα διπλοβάρδια, κρατούσα σημειώσεις, κράταγα επαφές, έδινα λύσεις εκεί που όλοι σηκώνανε τα χέρια ψηλά. Εκείνη ήταν πάντα υπεράνω, μ’ ένα γέλιο, ένα περίεργο βλέμμα, “εσύ τα έχεις, θα τα καταφέρουμε”. Έφτασε ο καιρός να παραδώσουμε το project. Μπαίνουμε μ’ ένα φάκελο και οι δυο στο γραφείο του Διευθυντή, παρουσία και της κυρίας από τα κεντρικά. Εγώ μίλησα τελευταίος. Η Άννα μίλησε πρώτη – και αυτό που άκουσα δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Σ’ ό,τι είπε, ήμουν εξαφανισμένος. Η δουλειά φαινόταν όλη δική της: οι λύσεις, το στήσιμο, η ιδέα για το τελικό προϊόν, μέχρι και τα powerpoint. Δεν είπε κανείς ότι συνεργαστήκαμε. Δεν μίλησε για “εμείς”, μόνο για “εγώ”. Με πάγωσε. Κι αυτό που με πείραξε πιο πολύ δεν ήταν το ψέμα. Ήταν το τρόπο που έγινε: έτσι, χαμογελαστά, σαν να μη τρέχει τίποτα, σαν να μη με έβλεπε μπροστά της.
Σκέφτηκα να μιλήσω επί τόπου, να φωνάξω «έτσι είναι τα πράγματα;», να την ξεμπροστιάσω μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Κάτι όμως με κράτησε πίσω. Ίσως ήταν το σοκ, ίσως ήταν η ανάγκη να το δω καθαρά. Δεν ήθελα να πέσω στο επίπεδο να κάνω δημόσια παράσταση. Κρατήθηκα.
Τις επόμενες μέρες, στο γραφείο, ήμουν σκιά. Δεν μιλούσα πολύ, έκανα όμως τη δουλειά μου. Η Άννα κυκλοφορούσε σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Μάλιστα, διάβαζα κάτι φράσεις “πόσο δύσκολα τα κατάφερα, αλλά το πάλεψα και νίκησα” σε κάτι email προς τη διοίκηση. Σκέφτηκα, εντάξει, Αλέκο, έτσι παίζεται πια το παιχνίδι. Κοίτα να στήσεις τις άμυνές σου σωστά.
Δεν έβγαλα κιχ. Μόνο παρατήρησα και μάζεψα πράγματα. Είδα ότι σε νέα project ζητούσαν όλο και περισσότερο την Άννα. Αλλά τότε ξανάρχισαν τα δύσκολα, και κατάλαβα πως χωρίς τη βοήθειά μου, χωρίς σημειώσεις, χωρίς κουβέντες και διεξιόδους, αυτή η λάμψη τελικά ήταν ψεύτικη. Άρχισε να αργεί, να στέλνει ημιτελή πράγματα, να ρωτάει πράγματα που πριν δεν την απασχολούσαν.
Ταυτόχρονα, συλλογικά, έκοψα τις πολλά-πολλά επαφές, τα φιλικά καλημέρες στα θελήματα. Βοηθούσα τους άλλους, εκεί όπου έπρεπε και μου άξιζε, αλλά σε εκείνη όχι. Είχα γίνει σχεδόν αόρατος γι’ αυτήν – κι ακριβώς για εκεί ήταν το παιχνίδι.
Ώσπου γίνεται το επόμενο μεγάλο project, εκεί που περίμεναν πάλι να λάμψει. Αλλά τα πράγματα δεν της βγήκαν – ούτε συστήματα, ούτε άνθρωποι. Ήρθε κάπως στριμωγμένη να ζητήσει βοήθεια. Θυμάμαι ακόμα το βλέμμα της: δεν είχε το γνωστό αέρα πια, μόνο άγχος. Ίσως περίμενε να γίνω πάλι το γνωστό “ναι σε όλα, εδώ είμαι, ό,τι θες” παιδί. Αλλά χαμογέλασα ήρεμα, της είπα “βουτάμε όσοι μπορούμε, Άννα· μη με περιμένεις”, και πήρα τις σημειώσεις μου που πάντα κράταγα και τις άφησα στο γραφείο του Διευθυντή – ανώνυμα.
Αυτή έκανε λάθος επί λάθους. Φάνηκε μπροστά σ’ όλους ότι δεν μπορούσε να κουμαντάρει ούτε τον εαυτό της, πόσο μάλλον το project ολόκληρο. Η διοίκηση άρχισε να κοιτά αλλού για ηγεσία, κι εγώ, χωρίς να έχω πλασαριστεί μπροστά, άρχισα να επαναφέρω σταθερότητα και συνεργασία στην ομάδα. Όποιος “ήξερε”, ήξερε τι πραγματικά συνέβαινε· όσοι δεν ήξεραν, έμαθαν σύντομα.
Η Άννα τελικά μετακινήθηκε σε άλλο τμήμα, χωρίς φασαρίες, χωρίς ίχνη. Κι εγώ έμαθα να μετράω τα λόγια μου πιο πολύ – και να κρατάω πίσω κατιτίς, να μην σκορπίζομαι τόσο απλά. Όταν, κάμποσους μήνες μετά, ήρθε για έναν τυπικό καφέ, μ’ ένα μισοφιλί στο μάγουλο και εκείνο το χαμόγελο πιο θολό από πριν, μου είπε “όλα καλά, να ‘μαστε καλά”. Δεν της κράτησα κακία, αλλά ούτε ξαναπρόσφερα εκείνο το χέρι που τόσο εύκολα της είχα δώσει. Δεν χρειαζόταν. Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αλέκος.