Ιστορίες Εκδίκησης – Η ήσυχη ανατροπή του Νίκου στο γραφείο

Θυμάμαι καλά εκείνη τη μέρα, κι ας έχουν περάσει πέντε χρόνια. Προσπαθώ να κρατάω τα νεύρα μου ήρεμα τώρα που το γράφω, επειδή πραγματικά άγγιξε μέσα μου εκείνο το πράγμα, σαν αγκάθι που δεν μπορείς να βγάλεις. Θα σας τα πω με το όνομά τους: ένιωσα να με εκμεταλλεύονται και να με ταπεινώνουν στο πιο απλό, καθημερινό πράγμα – στη δουλειά.

Ήταν αρχές Οκτώβρη. Δούλευα σ’ ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο στην Αθήνα, αυτό το κλασικό, με τα πολλά γραφεία και τα φώτα νέον που σε πονούν μετά από ώρες. Ήμουν ακόμα σχετικά “φρέσκος” αλλά γρήγορα όλοι είδαν ότι πιάνω πουλιά στον αέρα, ειδικά με τα δύσκολα projects. Εκεί μπήκε στο παιχνίδι η Ελένη – συνάδελφος, ίδια ηλικία περίπου, και καλά πιο “έμπειρη”. Ήτανε από τους ανθρώπους που δεν ξέρεις αν χαμογελούν επειδή σε συμπαθούν ή αν το κάνουν για να φανούν καλοί στους προϊσταμένους.

Για ένα μεγάλο διάστημα, η Ελένη μου πετούσε δήθεν “φιλικές” συμβουλές, μου φόρτωνε και καλά “πιο ελαφριές” δουλειές (ενώ ήξερα ότι τα βαριά τα κρατούσε πάντα στη ζούλα για να φανεί εκείνη), μου ζητούσε “βοήθεια” τελευταία στιγμή. Εγώ, σαν καλό παιδί, τη βοηθούσα – ήθελα να ενταχθώ, να γίνω αποδεκτός. Μέρες έφευγα από το γραφείο αργά για να τελειώσω τις δουλειές της – και πάντα εκείνη είχε ήδη φύγει, είχε “κάτι σημαντικό”.

Την κομπίνα την πήρα είδηση ένα βράδυ. Ο διευθυντής ήρθε στο γραφείο, είδε κάτι reports ολοκληρωμένα που έφερα εις πέρας εγώ, και ευχαρίστησε φωναχτά… την Ελένη, “που τα τακτοποίησε τόσο καλά”. Εκείνη μόνο χαμογέλασε. Τίποτα άλλο. Ούτε ένα ευχαριστώ, ούτε μία ματιά. Εκεί ένιωσα κάτι να μου γυρίζει στο στομάχι, σαν να κατάλαβα το αστείο και να ‘μείνα ο μόνος που δεν γέλασε. Εκμετάλλευση – και μάλιστα με τρόπο που έμοιαζε να περνάει απαρατήρητος από όλους.

Όλο αυτό κράτησε μήνες. Και όσο εγώ δούλευα διπλά, τόσο εκείνη ανέβαινε στο γραφείο. Αρκετές φορές προσπάθησα να το ψάξω, να της μιλήσω στα ίσια. Απαντούσε νερόβραστα, πάντα με ένα ύφος “τι θες τώρα;”, σα να φταίω εγώ που ήμουν κορόιδο.

Τότε αποφάσισα να μην πω τίποτα σε κανέναν ούτε να ξεσπάσω. Μου γεννήθηκε μέσα μου κάτι σαν αποφασιστικότητα, αλλά διαφορετική – δεν θα τσακωνόμουν, δεν θα φώναζα. Θα γυρνούσα το παιχνίδι εκεί που πόναγε.

Έβαλα λοιπόν πλάνο: από εκείνο το σημείο και μετά, κράτησα αρχείο με όλα όσα κάνω. Κάθε φορά που ετοίμαζα κάτι, το έστειλα μέσω e-mail στον προϊστάμενο cc και την ίδια. Φρόντιζα κάθε εργασία να έχει το όνομά μου ή να ζητά διευκρινίσεις αν προχωράει κάπου αλλού. Ενώ το έπαιζα ακόμα φιλικός, δήθεν “φιλότιμος”, άρχισα να ρίχνω το ρυθμό. Δεν αναλάμβανα δικές της υποθέσεις χωρίς να το καταγράφω. Κάθε συναδελφική “μικροεξυπηρέτηση” συνοδευόταν από αποδεικτικά μηνύματα, είτε στο chat είτε στο mail.

Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα στην αρχή. Αργότερα άρχισε τα “έλα, μην το κάνεις θέμα”, αλλά εγώ εκεί, με το χαμογελάκι -κανένα δράμα, άλλαξα. Η πραγματική δοκιμασία ήρθε όταν πλησίαζαν οι ετήσιες αξιολογήσεις. Όπως κάθε χρόνο, θα δίναμε όλοι αναλυτικό report με τη δουλειά μας. Η Ελένη βρήκε τρόπο να συμμετάσχει σε τρία μεγάλα projects, και για να γίνω “ομαδικός”, συμφωνήσαμε (έτσι νόμιζε) να τα παρουσιάσουμε μαζί. Εγώ, ψυχρός και οργανωμένος, πήγαινα με τα δικά μου δεδομένα – με όλα όσα μπορώ να αποδείξω: e-mail, αρχεία, ακόμα και screenshots.

Όταν ήρθε η ώρα της παρουσίασης μπροστά στους ανωτέρους, η Ελένη βγήκε πρώτη με ήσυχη αυτοπεποίθηση, λέγοντας πόσο συνείσφερε στα συγκεκριμένα projects κι ότι “συνεργάστηκε στενά” μαζί μου. Εκεί, όχι χαιρέκακα αλλά ήρεμα, παρουσίασα όλα όσα δούλεψα, με αριθμούς και στοιχεία, και όταν ρωτήθηκαν ποιος έτρεξε συγκεκριμένα κομμάτια, με πλήρη ψυχραιμία ανέφερα την αλήθεια, πάντα ευγενικά: “Εγώ το έφτιαξα αυτό, να σας δείξω το e-mail”, “Τα λεπτομερή δεδομένα τα προώθησα εξολοκλήρου εγώ” – τόσο απλά, χωρίς δόση θυμού. Δεν έριξα καμία σπόντα, δεν υπαινίχθηκα τίποτα – μόνο γεγονότα.

Η έκφραση στο πρόσωπό της; Ήταν από αυτά που δεν ξεχνάς. Απότομα η αυτοπεποίθηση εξαφανίστηκε, και το μάτι της κούνησε αμήχανα. Ένιωσα ένα ψιλορίγος, όχι ευχαρίστησης αλλά σαν να επέστρεψε ένα κομμάτι της αξιοπρέπειάς μου. Οι διευθυντές ευχαρίστησαν προσωπικά εμένα και για πρώτη φορά απέδωσαν ουσιαστική ευθύνη εκεί που άνηκε. Η Ελένη, άνεργη από χειρισμούς και δικαιολογίες αυτή τη φορά, δεν μπόρεσε παρά να σωπάσει. Εκείνο το μεσημέρι έφυγε χωρίς να μιλήσει. Από τότε το “φιλικό” της χαμόγελο δεν το ξαναείδα – ούτε σε μένα, ούτε σε άλλους. Σύντομα ζήτησε μετακίνηση σε άλλο τμήμα.

Η δική μου ικανοποίηση ήταν ήσυχη, ανθρώπινη. Δεν έγινε φασαρία, δεν με πήρε χαμπάρι κανείς πριν την ώρα της αλήθειας, κανένα λαϊκό δικαστήριο. Απλά, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, όπως έπρεπε. Και το καλύτερο; Δεν χρειάστηκε να πω εγώ τίποτα παραπάνω. Τα στοιχεία μίλησαν μόνα τους.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.