Λοιπόν, να σου πω πώς έγινε. Ήταν μια από εκείνες τις μέρες που φαίνεται να μην υπόσχονται τίποτα. Ένα Σαββατόβραδο, τέλος Αυγούστου, και έξω είχε αυτή την υγρασία που κολλάει πάνω σου, άσε που ούτε όρεξη είχα ούτε σχέδια. Ήμουνα με τον Θανάση, τον κολλητό μου, σ’ ένα μπαράκι στο Θησείο, μικροσκοπικό πράγμα, αλλά μ’ ένα φως λιγοστό και ζεστό, αυτά τα μαγαζιά που μυρίζουν παλιά Αθήνα και κάτι υποσχέσεις που δεν τις λες.
Ούτε που είχα καταλάβει πότε μπήκε εκείνη στο μαγαζί. Απλά γύρισα κάποια στιγμή το κεφάλι και ήταν ήδη εκεί, δίπλα στον πάγκο, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, μαλλιά μαύρα, λίγο σπαστά, και κάτι μάτια ρε φίλε… Σαν να έκλεινε το σύμπαν μέσα της, σου λέω. Την κοίταξα, με κοίταξε. Χαμογέλασε. Ταράχτηκα, αλλά προσπάθησα να το παίξω άνετος. «Τι κοιτάς ρε μπαγάσα;» κάνει ο Θανάσης δίπλα μου, αλλά εγώ δεν του απαντώ, απλά βγάζω το πακέτο από το τσιγάρο και κουνάω το βλέμμα μου προς το μέρος της.
Σε δυο λεπτά νιώθω το βλέμμα της ξανά πάνω μου. Ασυναίσθητα, πιάνω το κινητό, να ασχοληθώ δήθεν με κάτι. Την ώρα εκείνη, εκείνη περνάει μπροστά μας να πάει τουαλέτα. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες ή αν ήτανε ιδέα μου, πάντως τη στιγμή που περνούσε, άγγιξε ελαφρά το μπράτσο μου, τάχα καταλάθος, τόσο απαλά που το ένιωσα μέχρι τα κόκκαλα. Ο Θανάσης γελάει: «Σήκω, πήγαινε να της μιλήσεις, φλωράκο. Τέτοιες ευκαιρίες μην τις πετάς!»
Ούτε που κατάλαβα πώς έγινε, αλλά λίγα λεπτά μετά, βρέθηκε όρθια μπροστά μας, με το κρασί στο χέρι, και με ρωτάει στα ίσια: «Έχεις φωτιά;» Βγάζω τον αναπτήρα, τρέμει λίγο το χέρι μου, προσπαθώ να το κρύψω, της ανάβω το τσιγάρο κι εκείνη με κοιτάει κατάματα, χαμογελάει με το μισό της στόμα και με αφήνει έτσι… να την κοιτάζω. Έχει κάτι στον τρόπο που μιλάει, σαν να έχει πάει παντού, να ‘χει δει τα πάντα, αλλά παρ’ όλα αυτά να θέλει να σταθεί πλάι σου, να δει τι γίνεται εδώ, μαζί σου. Μου λέει το όνομά της, Μαρίνα.
Γυρνάμε στο μπαρ, φέρνει και το σκαμπό της κοντά, τώρα καθόμαστε τρεις, αλλά εγώ νιώθω πως υπάρχει μόνο εκείνη στον χώρο. Λέμε κουβέντες απλές. Πού μένεις, τι δουλειά κάνεις… εκείνα τα ανούσια της αρχής, αλλά με τα βλέμματα γεμάτα νοήματα ανάμεσα στις λέξεις. Η Μαρίνα, κάθε τόσο, ακουμπάει τον αγκώνα της δίπλα στον δικό μου, το πόδι της γλιστράει λίγες φορές πάνω στο δικό μου κάτω απ’ το τραπεζάκι – τάχα καταλάθος, τάχα όχι. Ό,τι και να λέγαμε, ό,τι και να γινόταν στην ατμόσφαιρα του μαγαζιού, ήταν σαν να υπάρχουμε μόνο οι δυο μας, μέσα σε αυτό το χαμηλό φως.
Σηκώθηκε κάποια στιγμή να φύγει. Πλησίασα να της πω καλό βράδυ, να της δώσω το χέρι, αλλά είπε απλά: «Έλα λίγο μαζί μου». Ούτε που το σκέφτηκα. Βγήκαμε έξω, λίγο παρακάτω είχε στενό, με κάτι παλιές πόρτες και αυλές, τη νύχτα αυτές οι γειτονιές μυρίζουν μυστικά. Στάθηκε στην είσοδο ενός χαμηλού σπιτιού, με σοβατισμένους τοίχους. Με κοίταξε, εκείνο το βλέμμα σαν να μιλούσε πιο δυνατά απ’ τα λόγια. Πριν προλάβω να πω κάτι, με πλησίασε, τοποθέτησε το χέρι της στο σβέρκο μου και με φίλησε. Ήταν ένα φιλί αργό, ζεστό, όλο προσμονή και ένταση ρε φίλε, όχι πράγματα της στιγμής, σου μιλάω για βαθιά, σαν να μιλούσαν δυο άνθρωποι χωρίς λόγια.
Σταθήκαμε εκεί, ακουμπισμένοι στον τοίχο, τα χείλη να ψάχνουν το ένα το άλλο, τα χέρια να χαϊδεύουν δειλά αρχικά και μετά να δυναμώνουν, να γίνονται πιο τολμηρά. Εκείνη όμως ήξερε να κρατάει το παιχνίδι της απόστασης όσο χρειαζόταν… Έκανα να τραβηχτώ, να πω μήπως θέλει να συνεχίσουμε, αλλά χαμογέλασε γλυκά, με φίλησε ξανά, με κοίταξε μέσα στα μάτια και μου είπε ψιθυριστά: «Ένα φιλί φτάνει για σήμερα, να έχεις κάτι να το θυμάσαι.»
Έφυγε μέσα στη νύχτα, περπάτησε αργά μέχρι τη γωνία και χάθηκε, χωρίς να γυρίσει πίσω, χωρίς να πει ούτε έναν αριθμό, ούτε ένα τέλος. Έμεινα εκεί, μόνος, να χαμογελάω σαν χαζός, να αγγίζω ακόμα τα χείλη μου που καίγανε, κι ένα περίεργο συναίσθημα μέσα μου, σαν να άνοιξε μια χαραμάδα μες στην καρδιά μου.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Αντώνης.