Να σου πω μια ιστορία, από αυτές που δεν τις λες εύκολα, ούτε και τις ξεχνάς, κι όσο να ‘ναι, ακόμα που τη σκέφτομαι, με λούζει ένα γαργάλημα σαν κρυφό χαμόγελο. Δεν θα σου πω ψέματα: ποτέ δεν ήμουν απ’ τους τύπους που τα κυνηγάνε τα ριψοκίνδυνα. Αλλά κάτι ήξεραν οι παλιοί που λέγανε πως τα καλύτερα έρχονται τότε που δεν το περιμένεις.
Δούλευα χρόνια πολλά σ’ ένα καφέ, κάπου στη Νέα Ιωνία. Απ’ αυτά τα στέκια που ξέρεις την πελατεία με το μικρό τους, και με τον καιρό γινόμασταν όλοι μια μεγάλη οικογένεια—weird όσο κι αν ακούγεται. Ήρθε εκείνη απ’ την πρώτη μέρα που άνοιξε—την είδα και σαν να με σκούντηξε μέσα μου κάτι παιδικό, μια λαχτάρα που είχα καιρό να νιώσω. Έμπαινε αγέρωχη, μ’ εκείνα τα γκριζογάλανα μάτια, ένα βλέμμα που έφερνε μελαγχολία και φλόγα μαζί, σα να ‘σαι σε πάρκο ανοιξιάτικο που όσο κι αν φυσάει, έχει πάντα ήλιο.
Τα πρώτα μας λόγια ήταν καλημέρες, παραγγελίες και πειράγματα στην πλάκα. Εγώ, με το δίσκο στο χέρι κι εκείνη κάθε πρωί, σχεδόν πάντα με βιβλίο και χαμόγελο. Πήγαινα να της αφήσω τον καφέ κι εκείνη με κοίταγε και κρατούσε τα μάτια της πιο πολύ πάνω μου απ’ όσο ήταν απαραίτητο. Εγώ, να φεύγω τάχα βιαστικός κι όλο γύρναγα να την κοιτάξω, λες και ήθελα να πιάσω στον αέρα μια λέξη που δεν ειπώθηκε ακόμα.
Μια φορά, σ’ ένα απόγευμα που το μαγαζί άδειαζε σιγά σιγά, κάθισε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Οι φίλες της είχαν φύγει, κι έμεινε μόνη στην γωνία, με τα δάχτυλα αφηρημένα πάνω στην κούπα. Γλίστρησα δίπλα της, προφασίστηκα πως πήγα να καθαρίσω το τραπέζι. Είχε βραδιάσει πια και το φως έπεφτε μαλακό. «Ξέρεις,» μου λέει, «δε σε ρώτησα ποτέ τ’ όνομά σου». Εγώ γέλασα—ήταν ο πιο αστείο, ο πιο αναγκαίος διάλογος που ‘χα κάνει ποτέ. Και τότε εκείνη, αντί να περιμένει απάντηση, άπλωσε το χέρι της, ακούμπησε για μια στιγμή το μπράτσο μου. Δεν ήταν τίποτα, μα ταυτόχρονα ήταν τα πάντα.
Απ’ εκείνο το βράδυ, έπιασα να περιμένω να τη δω ξανά. Κάθε φορά νόμιζα πως το μεταξύ μας είναι παιχνίδι, τυχαία βλέμματα, ειρωνικά γελάκια. Μέχρι που η ανάγκη να τη γνωρίσω πιο βαθιά έγινε σχεδόν σωματική. Δεν άντεξα. Ένα βράδυ, όταν έκλεισα το μαγαζί, την πέτυχα να φεύγει μόνη. Πέρασα από δίπλα της, δήθεν τυχαία, και της λέω: «Πάμε μια βόλτα, να μου πεις τι διαβάζεις;»
Περπατήσαμε ως κάτω, στην παλιά γέφυρα. Σιωπή ανάμεσά μας, αλλά απ’ αυτές τις σιωπές που λένε πιο πολλά απ’ τα λόγια. Σε κάποια στιγμή, έσκυψε να δει τα παπούτσια της—έκανε ότι σφίγγει τα κορδόνια—κι εγώ στάθηκα δίπλα της. Ένιωσα πως αν δεν πω κάτι, θα χαθεί αυτή η μικρή αλήθεια που χτιζόταν τους μήνες που κάναμε τους αδιάφορους. «Ξέρεις,» της είπα, «όταν μπαίνεις στο μαγαζί, είναι σαν να μπαίνει άνοιξη». Γέλασε σιγανά κι έγειρε πάνω μου ακόμη λίγο, τόσο δα, μα η αναπνοή της άγγιξε το λαιμό μου και κράτησα τον αέρα μέσα, μην και μου ξεφύγει μια κουβέντα παραπάνω.
Κάθισαμε απέναντι να κοιτάμε τα φώτα της πόλης. Έπιασε να μου εξηγεί για το βιβλίο της, αλλά το μυαλό μου ήταν μόνο στις κινήσεις της—πως μάζευε τα μαλλιά της, πως έσφιγγε το παλτό της, και κάθε τόσο τα μάτια μας κολλούσαν. Δεν το κάναμε θέμα. Απλά, εκεί, στην άκρη της γέφυρας, τύλιξα το χέρι μου απαλά στη μέση της. Την ένιωσα να ριγεί, να αφήνεται μια στιγμή. Η καρδιά μου χτυπούσε στα αυτιά μου—ο κόσμος μπορούσε να τελειώσει εκείνη τη στιγμή κι εγώ θα ‘μουν ευτυχισμένος.
Δεν φιληθήκαμε αμέσως. Η προσμονή ήταν πιο δυνατή απ’ το ίδιο το φιλί. Μιλήσαμε για ώρα, χαμηλόφωνα, κι ό,τι λέγαμε ήταν δικαιολογία για να κρατηθούμε κοντά. Ένιωθα πως ανύπαρκτα μικρές λεπτομέρειες—η ζεστασιά απ’ το σώμα της, το άρωμά της, ακόμα και το πώς γελούσε πνιχτά—έξυναν μέρες μέσα μου που δεν ήξερα ότι ήταν ανοιχτές. Η ένταση ανάμεσά μας ήταν σχεδόν χειροπιαστή—μια τρομερή, μυστική υπόσχεση.
Όταν τελικά με κοίταξε κατάματα, δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Οι φωνές από μακριά χάθηκαν. Με φίλησε εκείνη, όχι εγώ. Ήταν απαλό, λίγο διστακτικό, λες και φοβόταν να μείνει ή να φύγει. Τα χέρια της γλίστρησαν στα δικά μου, μ’ έναν τρόπο που λες κι ήξεραν πάντα να με κρατήσουν.
Εκείνο το βράδυ την συνόδεψα μέχρι το σπίτι. Δεν ανταλλάξαμε μεγάλες κουβέντες. Περιμέναμε τη σκάλα της να ανάψει το φως, κι όταν μπήκε μέσα, μου χαμογέλασε σαν να μου έδινε ένα μυστικό να το προσέχω. Την άλλη μέρα ήρθε ξανά στο μαγαζί. Καθώς έβαζα τον καφέ της, άφησε ένα σημείωμα με το κινητό της, δίπλα στην απόδειξη. Το κράτησα τόσο σφιχτά που το βράδιασαν τα δάχτυλά μου. Δεν ξέρω σε τι θα καταλήξει αυτό το πράγμα, δεν το γνωρίζει κανείς. Αλλά εκείνο το φιλί στη γέφυρα το κουβαλάω μέχρι σήμερα, σαν φυλαχτό. Εκείνες οι σιωπές που γίνονται λόγια και το κάθε άγγιγμα που μένει ακόμα πάνω στο δέρμα.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.