Δεν ξέρω πώς να το ξεκινήσω αυτό που θέλω να πω. Πάντα πίστευα ότι τέτοιες ιστορίες γίνονται κάπου αλλού, σε χαλασμένα μπαρ και σε ξενοδοχεία με βελούδινες κουρτίνες, κι όχι σε καφενεία γειτονιάς και σε σαράντα τετραγωνικά. Αλλά έτσι έγινε, και θέλω να το πω όπως το έζησα.
Με τη Μάρθα γνωριστήκαμε από τα παλιά, δέκα χρόνια τώρα, μέσα στο σούρτα-φέρτα της δουλειάς—ήταν εκείνη ταμίας στο σούπερ μάρκετ, εγώ κουβαλούσα πάντα κάτι σακούλες, έτσι ξεκινήσαμε. Πάντα μου γελούσε ζεστά, ένα χαμόγελο που δεν ήταν ελεημοσύνη ούτε επιτήδευση, ήταν σαν να μου έδινε σήμα ότι κάτι ξέρει παραπάνω απ’ τα απλά και τα καθιερωμένα.
Πέρασαν τα χρόνια, άλλες σχέσεις ο καθένας μας, ανταμώσεις πού και πού, ένα γεια στη λαϊκή, ένα «να πιούμε έναν καφέ;» που πάντα το λέγαμε μα δεν το κάναμε ποτέ. Εγώ μπαινόβγαινα στα μηχανικά μου, εκείνη στον σταθερό της ρυθμό. Ώσπου μια Παρασκευή, απ’ αυτά τα απογεύματα που νομίζεις πως η βδομάδα τελειώνει μα τίποτα δεν τελειώνει στ’ αλήθεια, έσκασε η πρόσκληση. «Θα περάσεις να κάνουμε ένα ρακί πριν πας σπίτι;» μου λέει στο τηλέφωνο, με μια φωνή που μισογελούσε ήδη.
Πήγα. Το σπίτι της, πάντα καθαρό, με κάτι φωτογραφίες από Πήλιο και ένα πορτατίφ στη γωνία που έριχνε χρυσό φως παντού. Καθίσαμε στην κουζίνα. Δύο ποτηράκια ψηλά με ρακί, κι ο μικρός πάγκος ανάμεσά μας σαν σύνορο που ήξερα ότι θα το περάσουμε αργά ή γρήγορα.
Μιλάγαμε για τα πάντα και τίποτα. Ήξερα ότι είχα πάρει ένα δρόμο χωρίς πισωγύρισμα από τη στιγμή που έκατσα στης Μάρθας, αλλά δεν με ένοιαζε. Τα δάχτυλά της κυκλοφορούσαν διαρκώς—έστριβε ένα τσιγάρο, χάιδευε τον λαιμό της, καθάριζε μια σκούρα τρίχα από τη μπλούζα της. Εγώ κοιτούσα τα χέρια της και θυμόμουν όλες τις φορές που ήθελα να την αγγίξω αλλά δεν το’ κανα.
Η Μάρθα πάντα ήταν ξεκάθαρη. «Αν είναι να γίνει κάτι, θα γίνει μεταξύ μας, όχι σαν δανεικό ή ξεπέτα. Ετσι βλέπω τα πράγματα», μου είχε πει παλιά. Και ήταν εκείνος ο σεβασμός που με κρατούσε. Εκείνο το βράδυ, όμως, ακόμα και το ρολόι στον τοίχο είχε σταματήσει να χτυπάει όπως συνήθιζε. Κρεμασμένες κουβέντες, πιο πολλές οι σιωπές από τα λόγια.
Κάποια στιγμή, σηκώθηκε, πέταξε τη γόπα της στον νεροχύτη, ήρθε και κάθισε κοντά μου. Πολύ κοντά. Μου πήρε το χέρι και το κράτησε, ζεστό και σίγουρο. Με κοίταξε στα μάτια με έναν τρόπο που σου κόβει την ανάσα. Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στ’ αυτιά μου, σα να’ ταν δεκαπέντε χρονών παιδί. Δεν την ακούμπησα εγώ πρώτος. Εκείνη έγειρε και το μέτωπό της βρήκε το δικό μου. Μια ανάσα δρόμος, μέχρι τα χείλη μας να γνωριστούν επιτέλους στ’ αλήθεια.
Δεν γίναμε φλογέρες ούτε θεατρικοί. Μάλλον αμήχανα ξεκίνησαν όλα, σαν να δοκιμάζαμε να μάθουμε έναν καινούργιο χορό. Ένιωθα τα χέρια της να τρέμουν πάνω μου, μα όχι από ανασφάλεια—από μια ένταση που χρόνια περίμενε εκεί πίσω από τα «τι κάνεις» και τα «να περάσεις καμιά μέρα για ρακί». Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα. Όσο σοβαρή κι αν ήταν στις κουβέντες της, εκείνο το βράδυ μίλαγε με το σώμα της. Έτριψε τις παλάμες της στους ώμους μου, κολλήσαμε μέτωπο με μέτωπο κι άκουγα την ανάσα της ν’ αλλάζει ρυθμό…και τότε κατάλαβα ότι ήταν όλα εκεί. Ο αναστεναγμός της, το μισόκλειστο μάτι, το πώς σφήνωνε τα δάχτυλά της στα δικά μου.
Η κουζίνα μύριζε κάτι ανάμεσα σε καμένο καφέ και κηρομπογιά από το παλιό πορτατίφ. Έξω κάτι αμάξια περνούσαν βιαστικά και εμείς τραβούσαμε μέσα τις κουρτίνες, όχι επειδή ντρεπόμασταν, αλλά γιατί θέλαμε ο κόσμος ολόκληρος ν’ αργήσει να μας βρει. Ήπιαμε άλλο ένα ποτηράκι με τα χείλη ακόμα σφιχτά μετά το φιλί, γελάσαμε—ήταν σαν να λύθηκαν όλα τα κουβάρια που είχαν πιαστεί στους ώμους μας τόσα χρόνια.
Το μόνο που σκέφτομαι τώρα, καθώς τα λέω, είναι το βάρος της σιωπής πριν της αγγίξω τα μαλλιά. Πόση ένταση μπορεί να χωρέσει ένας ψίθυρος—όταν την άκουσα να μου λέει «έλα», και σα να λύθηκαν οι κόμποι από πάνω μας, κι όλα τα φώτα της κουζίνας να φάνηκαν πιο ζεστά.
Δεν τα ξενυχτήσαμε με φωνές. Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, μείναμε ξαπλωμένοι στο παλιό της καναπέ, τα πόδια μπλεγμένα, να κοιτάμε το ταβάνι και τα φώτα της πόλης. Πήραμε βαριά ανάσα και κάναμε πλάκα με τα όσα είπαμε και όσα ντραπήκαμε να πούμε τόσα χρόνια. Ούτε μεγάλες υποσχέσεις, ούτε βαρύγδουπα λόγια. Απλώς ήμουν εκεί μ’ εκείνη, και όλα φαινόντουσαν πιο αληθινά απ’ ό,τι φανταζόμουν.
Το ξέρω πως τέτοια πράγματα δεν κρατούν για πάντα, ούτε πράσινους κήπους υπόσχονται. Αλλά αυτό το βράδυ έμεινε κάπως καρφωμένο μέσα μου. Και ακόμα κι αν δεν ξαναγίνει ποτέ, τώρα υπάρχει—το έχω εγώ, το έχει εκείνη, τίποτα παραπάνω.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.