Ερωτικές Ιστορίες – Το πρώτο καλοκαιρινό φιλί του Δημήτρη και της Μαρίας

Δεν είμαι άνθρωπος των μεγάλων λόγων, ξέρεις. Πιο πολύ άνθρωπος της σιωπής ήμουνα πάντα. Από αυτούς που παρατηρούν, κάθονται λίγο πιο πίσω στις παρέες, χαμογελάνε με την άκρη του στόματος και νομίζουν όλοι πως κάτι κρύβουν, ενώ απλώς έτσι τους βγήκε η ζωή. Να, εγώ τώρα, δεν περίμενα να μου συμβεί αυτό που θα σου πω. Ήτανε καλοκαίρι, το θυμάμαι σαν τώρα, από εκείνα τα καλοκαίρια που θυμάσαι με βαρύ κεφάλι και λίγο παράπονο.

Δούλευα ένας χρόνος σε ένα συνεργείο, τίποτα σπουδαίο, και μετά τη δουλειά πήγαμε με τα παιδιά για μια μπύρα στο μαγαζάκι της Λένας στο λιμάνι. Είχε εκείνο το φως το πορτοκαλί στα λαμπάκια, έξω ζέστη, μέσα στα ποτήρια να θολώνει ο πάγος. Ήσουν κι εσύ εκεί, Μαρία, με μια παρέα δική σου. Ήταν το πρώτο καλοκαίρι σου στην πόλη και φαινόταν πάνω σου όλο το “ξένο” αλλά και όλο το “τίποτα δεν με κρατάει”. Από την αρχή, δεν ξέρω πώς να το πω, ήταν σαν να γυρνούσες και να με παρατηρούσες στις σκιές – ή τουλάχιστον έτσι το φαντάστηκα εγώ, πιο μετά.

Ίσως κι αν δεν είχε βάλει εκείνη η Λένα το ραδιόφωνο, να μην είχαμε πει ούτε γεια. Έπαιζε εκείνο το παλιό τραγούδι του Τσαλίκη, γελάσαν όλοι, εσύ χτύπησες δειλά το ποτήρι σου και μου ‘κανες ένα νεύμα, να το τραγουδήσουμε. Σαν να κάναμε συνωμοσία κι ας ήμασταν σχεδόν άγνωστοι. Μετά θυμάμαι πήγα στην τουαλέτα, κι όταν γύρισα είχες πιάσει θέση στη δική μας παρέα, κάθισες δίπλα μου. Εκείνο ήταν. Ήρθε η κοντινότητα, τόσο ξαφνικά σαν να μην μπορούσες να την πεις όχι ούτε εσύ ούτε εγώ.

Μιλήσαμε, δεν θυμάμαι λέξεις, μόνο το πώς κοίταζες τα χέρια μου που τα έτριβα νευρικά, πώς άγγιξες το μπράτσο μου, δήθεν ότι είχες χτυπήσει στο τραπέζι και σου έδειχνα πως να βάλεις πάγο – δεν έκαιγε, Μαρία μου, σκέτη γλύκα ήταν το κάψιμο. Η ώρα πέρασε περίεργα, όχι αργά και ούτε γρήγορα – σαν να κόλλησε το ρολόι εκεί, που άκουγα εσένα να γελάς με όσα έλεγα, κι εγώ έλεγα όσα μου κατέβαιναν, μόνο για να μην τελειώσει αυτό.

Σηκωθήκαμε μαζί για τσιγάρο κι ας μην κάπνιζες· είπες “ας πάρω έναν αέρα”, μα ήξερες, το ήξερα, πως είχες έρθει για τη σιωπή δίπλα μου, εκείνη τη σιγανή τη νύχτα, με το σημαιάκι απέναντι να ανεμίζει. Δεν άναψα τσιγάρο. Έμεινα να κοιτάζω τα χέρια σου, πώς περνούσες τα δάχτυλα στα μαλλιά, πώς κοίταζες τα φωτάκια του λιμανιού. Μόνο τότε άπλωσες το χέρι σου και άγγιξες την παλάμη μου, έτσι, σα να ήθελες να βρεις εκεί μέσα μια απάντηση. Εγώ κράτησα το χέρι σου σφιχτά, μη χαθεί το επόμενο λεπτό.

Μετά, όλοι έφυγαν σιγά σιγά κι έμεινες, για κάποιο λόγο, που δεν το είπαμε ακόμη, αλλά και δε χρειαζότανε. Περπατήσαμε δίπλα στη θάλασσα, ούτε λόγος, μόνο τα βήματα και τα κύματα, και εσύ να μου λες χασκογελώντας “πως δεν μπορείς με τα πολλά λόγια”, κι εγώ να παριστάνω το σοβαρό, μη και φανώ πως μου έφυγαν οι άμυνες. Εκεί, στα σκαλάκια, έκατσες, τράβηξες δειλά τη φανέλα μου και χωρίς να πεις κάτι, ακούμπησες το κεφάλι στον ώμο μου. Κρατήθηκα πολύ να μην σε κοιτάω επίμονα, μετά δεν άντεξα.

Δεν ήτανε φιλί κανονικό αυτό που έγινε. Ήταν κάτι ανάμεσα σε ανάσα και σε ξεκίνημα. Τα χείλη μας βρέθηκαν λίγο, ίσα να πουν “είμαι εδώ” ο ένας στον άλλο. Το σώμα σου μύριζε αλάτι και κάτι αδιόρατο, σαν γαζία ή σαν αυτά που έχεις από το χωριό σου, δε μου είπες ποτέ. Το χέρι σου ήταν πάνω στο πόδι μου, μετά στη μέση μου, ένιωθα το αίμα να χτυπάει πάνω στο πλευρό, ούτε που κατάλαβα πότε πέρασαν τα λεπτά. Για μια μικρή στιγμή, όλα τα άλλα χάθηκαν, έμεινε μόνο η επιθυμία, λες και κάναμε συνωμοσία ενάντια στη βαρεμάρα του κόσμου.

Όταν βρήκα λίγο κι εγώ το μυαλό μου, σου είπα να πάμε λίγο παραδίπλα που έχει καλαμιές και σκοτεινιά, αλλά εσύ, χωρίς να μιλήσεις, πήρες το χέρι μου, με τράβηξες από το πουκάμισο και γύρισες να με δεις στα μάτια. Εκεί ήταν όλο το θάρρος και όλη η ντροπή μαζί. Η ανάσα σου κοφτή, χαμηλόφωνα χάιδευες τα δάχτυλά μου, κι εγώ κρατούσα το βλέμμα σου πάνω μου, σαν να μην υπήρχε άλλο φως όσο αυτό που έβλεπα απ’ τα μάτια σου. Δεν χρειαζότανε πολλά λόγια. Ένιωσα το πρόσωπό σου δίπλα στο δικό μου, τη ζέστη να ανεβαίνει στο σβέρκο, και όλος ο κόσμος να έχει χωρέσει ανάμεσά μας.

Δεν έγινε τίποτα που να το λες μεγάλο – όχι εκείνο το βράδυ. Τα κορμιά βρήκαν να γείρουν το ένα δίπλα στ’ άλλο, ένα φιλί έγινε δυο, και το χέρι σου χώθηκε στη χούφτα μου, τάχα μου για να σε ζεστάνω. Συνέχισα να σου λέω ιστορίες, κάτι άσχετα, παιδικά, μόνο για να σε κάνω να γελάσεις, γιατί ένιωθα πως έκανες αγώνα να μην αφήσεις κομμάτια σου να βγουν προς τα έξω. Εγώ, που δεν μιλούσα ποτέ για μένα, εκεί βρήκα να μιλήσω, όσο μπορούσα, ό,τι ήξερα να δώσω, σου το έδωσα σ’ εκείνη τη νύχτα.

Το τέλος, αν θες να στο πω, δεν ήρθε όπως το νομίζεις. Αργά σηκωθήκαμε, αφήσαμε τον ήχο της θάλασσας πίσω μας και περπατήσαμε σοβαροί, χωρίς πολλά. Αλλά, δεν ξεχάστηκε αυτό ποτέ. Ούτε από μένα, ούτε από σένα, ακόμα κι αν ύστερα οι δρόμοι άλλαξαν. Θυμάμαι ακριβώς τη γεύση απ’ εκείνο το πρώτο φιλί και το χέρι σου στην τσέπη μου και τα λόγια που δεν είπαμε – αυτά που αφήσαμε να τα πει η σιωπή.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα. Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.