Ερωτικές Ιστορίες – Το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ με τη Μαρίνα

Πρώτα απ’ όλα, να πω πως δεν είμαι κανένας ήρωας των ερωτικών. Ούτε από αυτούς που τους λες καρδιοκατακτητές. Ούτε πολυλογάς, ούτε λάτρης των μεγάλων λόγων. Αλλά τούτη η ιστορία, μ’ έπιασε σαν να ήταν απ’ αυτές που σε βρίσκουν όταν δεν το περιμένεις. Τότε που ξεχνάς τον εαυτό σου και χάνεσαι κάπου ανάμεσα στον παλιό σου εαυτό και σε κάποιο πρόσωπο που μόλις γνώρισες – κι όμως, νιώθεις να το ξέρεις χρόνια.

Ήταν ένα βράδυ με φίλους, κάπου στα Πετράλωνα. Τίποτα εξωτικό. Μια αυλή, τσίπουρα, μουσικές σκόρπιες και συζητήσεις να μπλέκουν η μία μέσα στην άλλη. Κόσμος γελούσε, έρχονταν κι έφευγαν ποτήρια και κουβέντες, κάτι σαν λούπα μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού. Εκεί την πρωτοείδα τη Μαρίνα.

Κάθισε απέναντι μου, δεν ξέρω αν το διάλεξε ή αν απλώς έτσι έτυχε. Στην αρχή δεν κοιτάχτηκα μαζί της. Μιλούσαν οι φίλοι δυνατά, επέμεναν πως μ’ αυτήν έχουμε κοινούς γνωστούς. Εκείνη λίγο κρατημένη, με εκείνο το μισό-χαμόγελο που ήθελες να το τραβήξεις με το ζόρι για να το δεις ολόκληρο. Φορούσε απλά πράγματα: ένα μπλουζάκι λευκό, φουστάνι μαύρο, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που τα είδα αργότερα, πιο κοντά.

Ήπιαμε δυο τρία ποτά και κάποια στιγμή, κάπως βρεθήκαμε μόνοι μας στη γωνία της αυλής, λες κι έκανε ένα κενό ο κόσμος για να μας αφήσει χώρο. Άρχισα να της μιλάω, έτσι χαμηλόφωνα, για κάτι ασήμαντο. Δεν θυμάμαι τι, ειλικρινά. Μήπως κι έχει σημασία; Το στόμα μου πήγαινε λίγο μόνο του. Εκείνη κάποια στιγμή έσκυψε πιο κοντά, σαν να ‘θελε να ακούσει, αλλά πιο πολύ νομίζω το έκανε για να με αισθανθεί. Κι εκεί κατάλαβα πως τρέμουν τα χέρια μου, έτσι απλά, χωρίς λόγο.

Το φεγγάρι είχε ανέβει κιόλας. Σωστό κλισέ, αλλά έτσι ήταν. Η αυλή είχε αρχίσει να αδειάζει. Ένιωσα να φτιάχνεται γύρω μας μια ησυχία, μια ηλεκτρισμένη σιγή, λες και κάτι μεγάλο ερχόταν. Ήμασταν πολύ κοντά. Μύρισα το άρωμά της, κάτι φρέσκο, όχι βαρύ – λεβάντα νομίζω ή κάτι παρόμοιο – κάτι που σε φτιάχνει και σου χαϊδεύει τη μνήμη. Με κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν, όχι γιατί είχε πιει, αλλά γιατί είχε φλόγα μέσα τους. Με τέτοιο βλέμμα δεν μου είχαν ξαναμιλήσει.

Περάσαμε κάπου δύο λεπτά, έτσι, πάρα πολύ κοντά, χωρίς να μιλάει κανείς. Το κορμί μου είχε στυλώσει, σαν να είχε κοπεί ο αέρας. Τη ρώτησα αν θέλει να πάμε πιο δίπλα, κάπου πιο ήσυχα. Έγνεψε απλώς, χωρίς λόγια. Βγήκαμε απ’ την αυλή και πήγαμε ως το παλιό σχολείο που ήταν λίγο παρακάτω, στο πεζούλι. Ήμασταν μόνοι μας. Τα φώτα του δρόμου κάναν τις σκιές παράξενες.

Καθίσαμε πλάι πλάι. Η Μαρίνα έβαλε το χέρι της δίπλα στο δικό μου, χωρίς να το αγγίζει – μόνο που το ένιωθα. Έκανε μια μικρή κίνηση, σαν να πρόσεχε να μην με αγγίξει τυχαία, αλλά να το αποφασίσει. Μου άρεσε που δεν βιαζόταν. Έμεινα να κοιτάζω τα δάχτυλά της, λεπτά, νευρικά. Τελικά, ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο δικό της και ήταν σαν να άνοιξε μέσα μου κάτι.

Γύρισε και με κοίταξε κατάματα, λίγο φοβισμένη, λίγο τολμηρή. Ακούμπησα το μέτωπό μου στο δικό της. Μύριζε το δέρμα της καλοκαίρι. Την φίλησα μαλακά, σιγά, σαν δοκιμή. Μου χαμογέλασε, μισόκλεισε τα μάτια και μου ψιθύρισε κάτι που δεν θυμάμαι, μόνο το άγγιγμα της φωνής της θυμάμαι. Δεν είπαμε κουβέντα παραπάνω.

Πέρασαν ώρες έτσι, με αγγίγματα, με σώματα που σιγοσμίγαν, μόλις που να μην ξεφεύγουν, με ανάσες να γίνονται πιο βαριές. Δεν ήξερα αν θέλω να μ’ αγγίξει περισσότερο ή αν ήθελα απλώς να μείνει το πάθος στην προσμονή. Το φιλί της έγινε λίγο πιο δυνατό, σαν να πήγαινε λίγο πιο βαθιά κάθε φορά. Η καρδιά μου χτυπούσε στα αυτιά μου, αλλά δεν ήθελα να κάνω βήμα παραπάνω. Ήταν σαν να ζούσαμε ο ένας μέσα στην ανάσα του άλλου εκείνο το βράδυ. Μόνο που δεν θυμάμαι αν ξημέρωσε, πότε φύγαμε και πού πήγα. Σκύψαμε και αφήσαμε πολλά ανείπωτα.

Εκείνο το βράδυ, δεν έγινε τίποτα από όσα λένε οι ταινίες – κανένα πάθος να φτάνει ως το πρωί, καμία υπόσχεση για παντοτινή αγάπη. Όμως μετά από μέρες, ξαναβρεθήκαμε στο ίδιο μέρος, για να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε. Κάθε φορά μικραίναμε την απόσταση όλο και πιο πολύ, σαν να χτίζαμε κάτι μυστικό, που αρκούσε κι ένα βλέμμα να το φουντώσει.

Κάπως έτσι ξεκίνησε ό,τι ζήσαμε. Σήμερα, δεν είμαστε μαζί με τη Μαρίνα, αλλά όταν τη θυμάμαι, ακόμη νιώθω εκείνο το πρώτο, αμήχανο, ανεβασμένο βράδυ. Ο τρόπος που με κοίταξε, το άγγιγμα απλά στα ακροδάχτυλα – ένα πράγμα που σε μένα έμεινε σαν πληγή και χαμόγελο μαζί.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.