Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό φιλί του Νίκου και της Αυγής

Δεν ξέρω αν αυτά που θα σου πω τα βάζεις εύκολα με το νου σου, αλλά να, μια φορά κι έναν καιρό, που λένε, ήμουνα κι εγώ σε μια φάση που δεν ήξερα αν παραπατάω από χαρά ή από μοναξιά. Ήταν καλοκαίρι, εκεί γύρω στα τέλη του Ιουλίου, που σε πιάνει εκείνο το πράγμα, ρε παιδί μου, λες και το ζεστό βράδυ σε λιώνει απ’ το μέσα σου. Έμενα τότε προς τα Κάτω Πετράλωνα, διπλοκατοίκια, μπαλκονάκι και φασαρία από κάτω. Μια παρέα από τη γειτονιά, πίσω-μπρος κάθε βράδυ, σουβλάκια, μπίρες στις πλαστικές καρέκλες και κουβέντες σαν μικρά ποτάμια που κυλάνε δίχως στάση.

Αυγή τη λέγανε. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ εκείνο το όνομα – ούτε το πρόσωπο της δηλαδή, αλλά το όνομα το είχε, λες και γεννήθηκε για τα καλοκαιρινά αξημέρωτα. Πιο μικρή από μένα, μάτια μαύρα, βαθιά, που να τα κοιτάς και να θες να εξαφανιστείς να μην καταλάβει τίποτα κανείς. Την έφερε ένας φίλος, έτσι ξαφνικά, που ούτε που μ’ είχε προειδοποιήσει. Σταθήκαμε για λίγο, μιλήσαμε ντροπαλά — σπάνιο πράγμα για μένα, εγώ συνήθως τα ‘χα έτοιμα τα λόγια, εκείνη όμως με είχε αφοπλίσει λες και μ’ ένα βλέμμα της μου έδενε τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη.

Αράξαμε στα κάγκελα, αργά, λίγο πιο δίπλα απ’ τους υπόλοιπους. Μιλούσαμε στην αρχή αδιάφορα – δουλειές, μουσική, πού πήγε ο ένας, τι κάνει η άλλη, όλα αυτά τα φλυαρά. Κάποια στιγμή όμως, έπιασε μια σιγανή αύρα, σαν να μύρισε γιασεμί, κι εγώ ένιωθα τ’ αυτιά μου καυτά, λες και ήπια πολύ κρασί. Δεν κοιταζόμασταν συχνά, αλλά όταν γυρνούσα και την έβλεπα, της έπιανα το βλέμμα πάνω μου, να με μετράει, να σκέφτεται, να παίζει. Είχε αυτό το χαμόγελο, σπαστό, μικρό, με λίγο ειρωνεία — δεν ήταν του χαζού ούτε του δειλού, ήταν κάτι ανάμεσα, λες κι έκρυβε μια φωτιά από πίσω του.

Η νύχτα προχώρησε, οι φωνές άρχισαν να σβήνουν, κι εμείς, δίπλα δίπλα, σχεδόν ώμο με ώμο, μιλάγαμε πιο χαμηλά. Ξεκίνησε να μου μιλάει για εκείνον, έναν τύπο που – απ’ όσο κατάλαβα – της είχε στρίψει το μυαλό, κι εγώ έκανα πως ακούω χωρίς να ζηλεύω, αλλά ίδρωνα σταυρωτά. Σήκωσε τσιγάρο στα χείλη της, της άναψα φωτιά — και εκεί, κάπως, τα δάχτυλά της ακούμπησαν τα δικά μου. Δεν ήταν άθελά της, το κατάλαβα από το πόσο δεν τραβήχτηκε. Είχαν ιδρώσει τα χέρια μας – όχι από το καλοκαίρι, αλλά από εκείνα τα λεπτά που κάθεσαι και προσπαθείς να διαβάσεις τα κρυμμένα με τα ακροδάχτυλα.

Γύρισα προς το μέρος της κι εκεί, έτσι όπως χαμογελούσε μισό, νόμιζα θα με φιλήσει. Αντί γι’ αυτό, χαμήλωσε το βλέμμα και ρώτησε: “Θες να πάμε μια βόλτα;” Δεν ήξερα να πω όχι. Σηκωθήκαμε αργά, κατεβήκαμε το στενό. Πήγαμε με τα πόδια, ήσυχα, ώσπου φτάσαμε στην ανηφόρα που βγάζει στο Θησείο. Σιωπή, μόνο τα βήματά μας, ούτε κουβέντα. Ήταν από εκείνα τα λεπτά που οι σκιές γίνονται πιο βαριές απ’ τις λέξεις και σου σφίγγεται η καρδιά.

Κάτσαμε σε ένα παγκάκι. Η δύναμη με την οποία κρατιόμουν να μη της πιάσω το χέρι ήταν ανώτερη απ’ ό,τι θα περίμενα. Το ξέσφιξε εκείνη πρώτη, μ’ ένα τόσο μαλακό άγγιγμα που ούτε να τρομάξω πρόλαβα. Μιλήσαμε λίγο ακόμα για τα περασμένα, τα δικά μας αδιέξοδα, έπειτα σιωπή. Είχε φεγγάρι εκείνη τη νύχτα, τα πλατάνια έριχναν μακριές, παγωμένες σκιές στο πεζοδρόμιο. Την είδα που με κοίταζε πάλι, όχι όπως εκεί πριν, πιο άγρια, αλλά απαλά – λες και μου ζητούσε κάτι. Έφερα το χέρι μου κοντά στο δικό της, πήρα θάρρος — ή δεν ήθελα να το σκεφτώ άλλο.

Το πρώτο της άγγιγμα δεν ήταν κάτι δυνατό, ήταν ένα χάδι. Μ’ έπιασε με τα δικά της δάχτυλα, ψηλάφησε τη φλέβα στο χέρι μου, κι ύστερα με κοίταξε στα μάτια. “Τι σκέφτεσαι;” μου λέει. Τίποτα, της απάντησα, και λέγοντας το, κατάλαβα πόσο επόμενο ήταν να σκύψω να τη φιλήσω. Κάπως μπλέχτηκαν τα χέρια μας, κάπως πήρε το κεφάλι μου στα δικά της δυο χέρια και μου ψιθύρισε τρυφερά μισή κουβέντα – τα υπόλοιπα τα είπε το σώμα της.

Το φιλί της έκαιγε, ταυτόχρονα ήσυχο μα και γεμάτο φλόγα. Έκλεισα τα μάτια μου, μυρίστηκα το άρωμά της — όχι το φανταχτερό, το απλό, το δικό της, σαν χώμα βρεγμένο και λίγο αλμύρα από τα μαλλιά. Χάιδευε τον σβέρκο μου, αργά, κι εγώ είχα ξεχάσει πού αρχίζει το δικό μου σώμα και πού τελειώνει το δικό της. Την κράτησα όπως κρατάς κάτι πολύτιμο, που φοβάσαι μη σου γλιστρήσει μες στη νύχτα. Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή. Η ανάσα της, βαριά πάνω μου, ήταν η πειστικότερη κουβέντα που άκουσα εκείνο το καλοκαίρι.

Γυρνώντας πίσω, δεν είπαμε λέξη. Μέσα στο θόρυβο της πόλης, το περπάτημά μας ήταν ομοβροντία. Όταν τη συνόδεψα μέχρι το σπίτι της, σταθήκαμε κάτω απ’ το φως του δρόμου. Μια αγκαλιά, λίγο αδέξια αλλά και λίγο γλυκιά, κι ένα βλέμμα που κράτησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Έφυγα αργά, γύρισα σπίτι μου σαν να πετούσα πάνω από τα πεζοδρόμια.

Ανύπαρκτη ηρεμία μετά – τις μέρες που ακολούθησαν, όλα μου φαίνονταν πιο καθαρά, ή πιο ανυπόφορα. Την ξαναείδα πολλές φορές, πάντα βράδια, πάντα εκεί, με τα ίδια μαύρα μάτια να γελούν σαν να ξέρουν όλα τα μυστικά του κόσμου και να μην μου τα λένε ποτέ. Μερικές φορές κλείναμε το βράδυ μαζί να κοιτάμε τα φώτα της πόλης, να μιλάμε, να σωπαίνουμε, να αφήνουμε τα χέρια μας να μιλούν σιγανά.

Ίσως κι αυτό να ήταν το ωραίο σ’ εκείνη την ιστορία: ότι τίποτα δεν έγινε βιαστικά, ότι όλα χτίστηκαν σιγά σιγά, από τα τίποτα που μας ένωσαν, κι από τα άγγιγμα που μας έλιωσαν.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.