Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό φιλί με τη Βαρβάρα στην παραλία

Δεν ξέρω αν θα ακουστεί κάπως, αλλά τέτοια πράγματα δεν τα λέω συχνά, ούτε τα γράφω. Πρώτη φορά κάθομαι να μιλήσω γι’ αυτό ― μπορεί και να μ’ ακούσει κανείς που με ξέρει και να γελάσει, αλλά μου είχαν πει πως κάποιες ιστορίες καλό είναι να μην τις κρατάμε κρυφές. Όχι να βγαίνουν στο δρόμο, αλλά να τις λες, να φεύγουν από πάνω σου.

Ήταν πριν δυο-τρία χρόνια. Καλοκαίρι, τίποτα ιδιαίτερο ― δουλειά, μαστορέματα, τέτοια. Ώσπου μια μέρα, στην οικοδομή πιάνουμε κουβέντα με το Νίκο για κάτι λάδια και μετά, εκεί που λέμε τα δικά μας, πετάγεται κι ο Μάκης, ο ηλεκτρολόγος, «ψιλοψιλοσκέφτεσαι να ’ρθεις καμιά βόλτα στη θάλασσα το βραδάκι; Εγώ, ο ξάδερφός μου κι η Βαρβάρα, να ρεφάρουμε απ’ τη ζέστη.» Του λέω, «έγινε, ρε Μάκη, άμα δεν προκύψει δουλειά.»

Φεύγω, γυρνάω σπίτι, συνέχεια σκέφτομαι τη Βαρβάρα. Ένα κορίτσι που, έτσι όπως ήταν πάντα ― ψιλόλιγνη, σκουρόχρωμη, μάτια μεγάλα, κάτι στο βλέμμα της να θυμίζει αλλού. Δεν πιάναμε ποτέ πολλά πολλά, πάντα ένα «καλημέρα», «καλησπέρα», μισό χαμόγελο, σαν να μαζευόταν. Κάτι στη σιωπή της, πιο πολύ απ’ όλα —δεν ξέρω άλλο πώς να το πω— κάτι ανάμεσα στην περηφάνια και στην ντροπή, να σε κοιτάει κάπως, να γυρνάει αλλού κι όμως να μένει εκεί.

Το βράδυ με το έτσι θέλω λέω, θα πάω στη θάλασσα. Στο αυτοκίνητο η Βαρβάρα μπροστά, εγώ πίσω, ο Μάκης κι ο ξάδερφος πλάι μου. Βάζει ο Μάκης σκυλάδικα, γελάνε, παίζουν με τα κινητά. Κι εγώ κοιτάω απ’ το παράθυρο, τη βαριά τη νύχτα, τις φώτιες τα μαγαζιά, τις παλιές σκουριασμένες ταμπέλες. Φτάνουμε στην παραλία, κάθονται οι τρεις στρωματσάδα, βγάζουν μπύρες και πατατάκια. Η Βαρβάρα μακρύτερα, στ’ ακρογιάλι, καθιστή στην άμμο, τραβάει με το δάχτυλο μια γραμμή, σαν παιδί. Πάω δισταχτικά, κάθομαι κοντά της.

Στην αρχή δε μιλάμε. Μόνο ήχους ακούς. Θάλασσα, τζίτζικες, μακριά γέλια απ’ τα άλλα παιδιά. Κρατάει ένα τσιγάρο που σιγοκαίει ― και τα μαλλιά της λυμένα, μυρίζουν αντηλιακό κι αλμύρα. Κόβω να λέω ό,τι περιττό, την αφήνω να νιώσει ασφαλής, να με δοκιμάσει.

Χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, μου λέει, «Σ’ αρέσει να κάθεσαι έτσι ήσυχα; Ή θες να μιλάς;»
«Μ’ αρέσει το ήσυχα. Ό,τι θες εσύ.»

Κάνει μια παύση μετά. Πετάει το τσιγάρο ― η στάχτη φεύγει πάνω απ’ τα δάχτυλα της. Ξαφνικά αισθάνομαι πως δεν είμαι πια ξένος. Κοιτιόμαστε. Ωραία σιωπή. Κι όλο πλησιάζουμε χωρίς να φαίνεται. Ούτε χέρια, ούτε αγκαλιές ακόμα. Μόνο μάτια και ανάσα.

«Κρύωσες;» τη ρωτάω κάποια στιγμή, γιατί νιώθω να τρέμει λιγάκι.
«Όχι,» μου λέει, «έχει δροσιά, αλλά δεν πειράζει.»
«Άμα θέλεις, δώσ’ το χέρι σου. Να το ζεστάνω.»

Δεν ξέρω ποιος τόλμησε πρώτος ― νομίζω εγώ ― χαμηλόφωνα, σχεδόν σαν να φοβάμαι μην ξυπνήσω ξαφνικά και χαθούν όλα. Εκείνη έβαλε το χέρι της στο δικό μου, ζεστό, λεπτό, ξερό. Και τότε, άθελά μου, της χάιδεψα τον καρπό. Αυτό ήταν. Κάτι πέρασε ανάμεσά μας, σαν σπινθήρας. Σηκώθηκε και με τράβηξε να σηκωθούμε μαζί. Πήγαμε λίγο παραπέρα, σχεδόν μέσα στα νερά.

Εκείνη το ξεκίνησε ― μ’ έναν τρόπο που είναι και δεν είναι. Έφτιαξε ένα πρόσχημα, τύπου «θέλω να βρέξω τα πόδια.» Εγώ ακολούθησα. Περπατήσαμε στο κύμα. Το νερό έπιανε ως τον αστράγαλο, κι εκείνη κάθε τόσο με σκούνταγε με το γόνατο, γελούσε, κι εγώ είχα ένα παράξενο πάγωμα στην γλώσσα. Σ’ ένα ξαφνικό σταμάτημα, μέσα στη σιωπή εκείνη, με κοιτάζει χαμηλώνοντας το βλέμμα. Το φεγγάρι της ζωγραφίζει το πρόσωπο, το λαιμό, το μαγιό της να γυαλίζει. Κάνει να μου πιάσει το μανίκι.

«Μη με ρωτήσεις τίποτα αυτό το βράδυ,» λέει.
«Τίποτα δεν θα ρωτήσω.»

Και τότε, σαν να ανοίγει τρύπα στο χρόνο, με φιλάει ― αργά, σοβαρά, μαλακά. Το σώμα της τρέμει, το δικό μου επίσης. Εκείνο το φιλί ήταν βαρύ, γεμάτο δίψα, σαν να σου ζητούν να της δώσεις όλα χωρίς να πάρεις τίποτα. Ή να πάρεις τα πάντα, αν αντέξεις. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε. Θυμάμαι μόνο πως τα χέρια μας μπλέκονταν, τα γόνατα κολλητά, και στο τέλος εκείνο το αστείο αγκάλιασμα, που νιώθεις και παιδί και άνθρωπος μαζί.

Γυρίσαμε πιο ύστερα στη στρώση. Καθίσαμε πλάι-πλάι, ακουμπώντας απλώς τα χέρια. Κανείς δεν ρώτησε τίποτα. Οι άλλοι μας κοίταζαν λοξά, αλλά δεν μίλησε κανείς. Εκεί, πάνω στη βραδυνή υγρασία, ανάμεσα σε δυο φίλους και μια συγγένεια, γεννήθηκε κάτι που δεν έγινε λέξεις εκείνο το βράδυ. Ούτε έγινε σχέση, ούτε χωρισμός. Ήταν ένα βράδυ που κράτησε χρόνια στην καρδιά μου χωρίς να ξαναειπωθεί.

Την άλλη μέρα, σαν να έγινε όνειρο. Η Βαρβάρα ξαναμπήκε στο γνωστό της ρόλο ― λίγα λόγια, κλειστός άνθρωπος. Κι εγώ ξανάπιασα τις καθημερινές αγωνίες, τα ίδια αστεία, τα ίδια βάρη.

Κάποιες φορές σκεφτόμουνα, τα πιο δυνατά πράγματα, άπαξ κι ανοίξουν, είναι σαν βραδινό αεράκι στη θάλασσα: Δεν το πιάνεις, δεν το κρατάς, μόνο το θυμάσαι. Μπορεί να κοιταζόμαστε ακόμα μ’ αυτό το μισό χαμόγελο, όμως ξέρουμε τι έγινε εκείνο το βράδυ κι ας μην το πει κανένας.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.