Δεν ξέρω αν υπάρχει άνθρωπος που να λέει «όχι» στα παιχνίδια του καλοκαιριού. Εγώ πάντως, ήμουν πάντα απ’ αυτούς που μ’ ένα παλιό σορτσάκι και μια τσάντα γεμάτη θάλασσα, έλεγα πάντα ναι. Ειδικά εκείνο το καλοκαίρι στη Νάξο… Τότε γνώρισα την Ελένη.
Τυχαία βρεθήκαμε στην ίδια παρέα. Φίλοι φίλων, ξέρεις τώρα, κάτι βραδινές μπύρες δίπλα στη θάλασσα, κάποιοι που είχαν φέρει κιθάρα και τραγούδαγαν μέχρι τις πρώτες ψιχάλες της αυγής. Εγώ καθόμουν λίγο πιο πέρα, να χαζεύω το κύμα, όταν την είδα να κάθεται σταυροπόδι στην άμμο, με μια ζακέτα ριγμένη όπως όπως πάνω της. Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα ήταν τα φώτα που χόρευαν στα μάτια της. Στο λιγοστό φως, κι όμως έλαμπε.
Δεν ξέρω γιατί μου κόλλησε, αλλά θυμάμαι να κοιτάμε ο ένας τον άλλον κάθε τόσο – πότε με χαμόγελο, πότε μ’ εκείνο το δήθεν αδιάφορο βλέμμα. Όλη νύχτα μιλάγαμε με τους γύρω μας αλλά με τα μάτια λέγαμε άλλα.
Την άλλη μέρα το πρωί, έτυχε και ξαναβρεθήκαμε κατά τις εννιά, στο φούρνο του χωριού. Εκείνη να αγοράζει ψωμί, εγώ τίποτα ιδιαίτερο, έτσι πήγα για παρέα. Πιάσαμε την κουβέντα – ούτε που θυμάμαι τι είπαμε, αλλά θυμάμαι που γέλαγε δυνατά κι από μέσα της, όπως γελάνε οι άνθρωποι που νιώθουν ελεύθεροι. Ένιωσα τότε, αλήθεια το λέω, να θέλω να μπω σ’ αυτό το γέλιο, να το ζήσω.
Μπήκαμε στη θάλασσα κατά το μεσημέρι. Καθίσαμε στα βράχια, τα πόδια μας στο νερό, πειράγματα, λίγο κρασάκι απ’ το νταμιτζανάκι. Δίπλα μας το κύμα, μπροστά μας το νησί να ασπρίζει απ’ τον ήλιο. Μοιάζαμε δυο παιδάκια μπλεγμένα σ’ ένα άγνωστο παιχνίδι, χωρίς να ξέρουμε καν τους κανόνες.
Η αλήθεια είναι, το μεσημέρι, είχε σηκώσει λίγο αεράκι κι η Ελένη έτριψε τα μπράτσα της. Εγώ, σαν χαζός, ξέχασα πως είχα πάρει πέτσετα. Αλλά πριν προλάβω να της τη δώσω, ήρθε πιο κοντά μου, να κρύψει το πρόσωπό της απ’ τον αέρα. Κι έτσι, όπως βρεθήκαμε κοντά, άκουγα την ανάσα της στο λαιμό μου. Εκείνο το πρώτο άγγιγμα πλάι-πλάι, πάνω στη ζεστή πέτρα, ήτανε σαν να πέρασε ένα ηλεκτρικό ρεύμα ανάμεσά μας. Δεν είχε μέσα τίποτα χυδαίο, ήταν μια ένταση σχεδόν αθώα και επικίνδυνη μαζί.
Ήρθε η ώρα να φύγουμε απ’ την παραλία. Σηκωθήκαμε και περπατήσαμε ως το χωριουδάκι αμίλητοι, μακάρι να μπορούσα να πω τι σκέφτονταν και οι δυο εκείνη την ώρα – μόνο που τα βήματα μας χτυπάγανε το ρυθμό. Κάθε τόσο άγγιζαν καταλάθος τα χέρια μας, αφήνοντας στον αέρα μια υπόσχεση.
Το βράδυ, μαζευτήκαμε πάλι όλοι στην αυλή ενός μικρού μαγαζιού, κάτω από κάτι κλήματα. Όσοι είχαν όρεξη για ρακί παρέα με μεζέδες, κάτσανε μέχρι αργά. Εσύ κάθεσαι εκεί, ξέρεις μ’ ένα ποτήρι αλλά όλο το μυαλό σου είναι στο απέναντι τραπέζι. Εκεί κάθησε κι η Ελένη, με μια φούστα σα να ‘χε ξεχαστεί πάνω της απ’ τον ήλιο. Τα μάτια μας συναντήθηκαν πολλές φορές εκείνο το βράδυ. Κάποια στιγμή, σαν να κατάλαβα πως ήθελε να βγει λίγο έξω, “Έρχεσαι για λίγο περπάτημα;” μου είπε, δήθεν αδιάφορα.
Περπατήσαμε στο σοκάκι, δίπλα πλάι με το κεφάλι σκυμμένο, όπως κάνουν όσοι δεν είναι σίγουροι αν πρέπει να μιλήσουν ή να σωπάσουν. Δεν είπαμε κάτι συγκλονιστικό, κάτι κοινότοπο για τις ιστορίες των άλλων, για τη δουλειά, για τα καλοκαίρια που μοιάζουν πάντα ίδια και ταυτόχρονα τόσο αλλιώτικα. Σε μια γωνία κοντά στο εκκλησάκι, σταθήκαμε. Ήταν εκεί, ανάμεσα στις λεμονιές, κι η ευωδιά τους ανακατευόταν με την αλμύρα στα μαλλιά της.
Την κοίταξα, με κοίταξε. Δεν υπήρξε εκείνο το “να φιληθούμε τώρα;” – δεν μπήκε ποτέ λόγος ανάμεσα σ’ αυτό που συνέβη. Πλησιάσαμε αργά, σαν να μη θέλαμε να χαλάσουμε τη στιγμή. Όταν τα χείλη μας συναντήθηκαν, όλος ο κόσμος έπαψε για δευτερόλεπτα να κάνει θόρυβο. Μείναμε έτσι, ακίνητοι. Η ανάσα της ήταν ζεστή και τα χέρια της στην πλάτη μου κάτι ανάμεσα σε χάδι και κράτημα. Άγγιξα τα μαλλιά της μόνο και μόνο για να βεβαιωθώ πως είναι αληθινά, πως δεν είναι σκηνή που έχω φανταστεί, μες στη μαυρίλα του καλοκαιρινού μυαλού.
Κάπως έτσι βρεθήκαμε να περπατάμε αγκαλιασμένοι μέχρι το ξημέρωμα, να μιλάμε για τα πάντα και για τίποτα, να γελάμε χωρίς λόγο, να παραδεχόμαστε πως και οι δυο νιώθαμε εκείνο το καθημερινό κι ανείπωτο δέος του πρώτου φιλού. Το επόμενο πρωί ήπιαμε καφέ μαζί, ήρεμοι πια – κανένας δε βιάστηκε να πει μεγάλα λόγια.
Περάσαμε έτσι το υπόλοιπο καλοκαίρι. Με διακριτικά αγγίγματα στην άμμο, με λόγια ψιθυριστά, μ’ ένα βλέμμα πότε γεμάτο υποσχέσεις και πότε γεμάτο απορία για το τι θα φέρει ο Σεπτέμβρης. Κάθε βράδυ, πριν πέσει η νύχτα, συναντιόμασταν εκεί στο εκκλησάκι, κι ό,τι γινόταν ανάμεσά μας, έμοιαζε να νικά τον χρόνο, την απόσταση, το τέλος του καλοκαιριού που πάντα τρώει απ’ τα όνειρα των ανθρώπων.
Τα τελευταία φώτα του Αυγούστου, πριν φύγουμε κι οι δυο, καθίσαμε αγκαλιά στα βράχια, εκεί απ’ όπου αρχίσαμε. Μείναμε σιωπηλοί. Δεν χωράνε πολλά λόγια σε τέτοιες στιγμές. Τα είχαμε πει όλα με τις σιωπές, με τα φιλιά, με τα χέρια στα χέρια. Κι ό,τι μείνει, άστους άλλους να το πουν.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.