Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό φιλί στη Νάξο

Δεν ξέρω αν μπορώ να στα δώσω ακριβώς όπως τα έζησα—πολλές φορές τα λόγια δε φτάνουν—αλλά θα προσπαθήσω. Βέβαια, εκείνο το καλοκαίρι στο νησί ήταν που άλλαξε πολλά μέσα μου. Ήμουνα τότε τριάντα δύο, είχα φύγει για λίγο απ’ την Αθήνα, κάνοντας πως πάω για δουλειά, αλλά πιο πολύ για να ξεφύγω απ’ τα ίδια και τα ίδια.

Το χωριό της μάνας μου, στη Νάξο, ήξερα κάθε του σοκάκι απ’ όταν ήμουνα παιδί. Εκείνο το βράδυ λοιπόν, λίγο μετά το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, έκατσα με δυο φίλους στα τραπεζάκια έξω απ’ το καφενείο. Εκεί την είδα πρώτη φορά τη Δέσποινα, να κάθεται λίγο πιο πέρα, με την ξαδέρφη της. Μαλλιά κορακίσια μαύρα, μάτια να νομίζεις πως κρύβουν θάλασσες, και χαμόγελο λίγο πονηρό, σαν να σου λέει “σε βλέπω”. Δε μου μίλησε το πρώτο βράδυ. Αλλά όταν σηκώθηκε να φύγει, έριξε εκείνη τη ματιά που φτιάχνει φαγούρα μέσα σου, χωρίς να ακουμπήσει δέρμα.

Λίγες μέρες αργότερα, τη συνάντησα στο δρόμο για τη θάλασσα. Μόνη, με τ’ αλάτι ακόμα στα μαλλιά και μια τσάντα στο χέρι. Χαμογέλασε πάλι. “Θα πας για μπάνιο;” μου λέει. “Μόλις γύρισα,” της απαντώ, και πριν προλάβω να το σκεφτώ συμπληρώνω, “αν θέλεις, πάμε μαζί αύριο.” Μου είπε ναι, τόσο απλά, σα να ’ταν η φυσική συνέχεια.

Το βράδυ δε κοιμήθηκα—περιττό να το πω. Έγινα πάλι πιτσιρίκος, να σκέφτομαι τι θα πω και τι θα φορέσω, αν θα καταλάβει ότι μου τρέμουν τα χέρια, αν θα ανταποδώσει το βλέμμα. Πήγαμε την άλλη μέρα, μ’ ένα αυτοκινητάκι που είχε δανειστεί απ’ την ξαδέρφη. Ο ήλιος και το αεράκι, η μυρωδιά του αντιηλιακού της, κι εκείνη να γελάει και να μου λέει ιστορίες απ’ τα νιάτα της στην Αθήνα—μια ζωή παράλληλη με τη δική μου, με άλλα δρομολόγια αλλά ίδια αναζήτηση.

Στην παραλία δε συνέβη τίποτα το “σημαντικό”—έτσι φαινομενικά. Όμως το παιχνίδι ήταν στα μικρά. Δυο τρία σκουντήματα στο νερό, τα πόδια που ακούμπησαν ελαφρά, το βλέμμα που κράτησε λίγο παραπάνω. Ύστερα από μπάνιο, ξαπλώσαμε λίγο πάνω στις πετσέτες, με τον ήλιο ψηλά. Εκείνη άπλωσε το χέρι της και μου χάιδεψε το μπράτσο. Δεν το σκέφτηκα καν. Άφησα το δικό μου να ακουμπήσει τη μέση της. Το κορμί της ζεστό απ’ τον ήλιο, το δικό μου αναμμένο από επιθυμία.

Γυρίσαμε το απόγευμα στο χωριό. Κανείς δε μίλησε πολύ στο αυτοκίνητο. Μόνο μια σιωπή, γλυκιά, σαν άλλο βλέμμα. Είχαμε συνεννοηθεί χωρίς λόγια ότι το βράδυ θα ξαναβρισκόμασταν έξω απ’ τον φούρνο, τότε που αδειάζει ο δρόμος κι η μυρωδιά του ψωμιού πάει παντού.

Το ραντεβού μας ήρθε με μια αμηχανία—ένας χαιρετισμός κι ένα γέλιο, λίγο νευρικό. “Πάμε μια βόλτα;” πρότεινα. Προχωρήσαμε ως το ξωκκλήσι έξω απ’ το χωριό. Το φως της μέρας είχε σχεδόν χαθεί, μόνο κάτι πορτοκαλιά υπολείμματα στον ουρανό. Καθίσαμε εκεί, δίπλα δίπλα, κι ένιωθα την ανάσα της τόσο κοντά μου που μπερδευόμουν: ήταν ο δικός της χτύπος που άκουγα ή ο δικός μου;

Εγώ άρχισα να της λέω αστεία για να σπάσω τον πάγο, αλλά σαν γύρισε και με κοίταξε στα μάτια, σοβαρά αυτή τη φορά, έχασα τα λόγια μου. Μου άγγιξε το πρόσωπο, αργά, λες και ήθελε να σιγουρευτεί πως είμαι εκεί στ’ αλήθεια. Ήπιαμε κάτι ματιές εκεί, απ’ αυτές που σου καίνε την καρδιά και σε γρατζουνάνε μέσα από το πουκάμισο. Χωρίς καμιά γλώσσα, μόνο ανάσες που μπερδεύονται. Δεν ξέρω αν φίλησα εγώ εκείνη ή εκείνη εμένα—είναι απ’ αυτά τα πρώτα φιλιά που σε μουδιάζουν παντού και σα να μην ξέρεις πού σταματά ο ένας κι αρχίζει ο άλλος.

Η δική μου παλάμη χάιδεψε αργά, τόσο που μ’ έπιασε ταχυκαρδία, τη μέση της, ενώ τα μαλλιά της μύριζαν αλάτι και λίγο απ’ το χώμα της Νάξου. Μείναμε εκεί αρκετή ώρα, χωρίς πολλά λόγια. Αγκαλιά. Μικρά χάδια στον λαιμό, δάχτυλα μπλεγμένα. Μύριζε νύχτα και καλοκαίρι. Κοινό μυστικό. Και μια υπόσχεση που δεν ειπώθηκε, αλλά και δε χρειαζόταν να ακουστεί.

Όταν γυρίσαμε, χωριστήκαμε ήρεμα, με εκείνο το βλέμμα που λέει “συνέχεια αύριο”. Δεν ήθελα να το χαλάσω, να πάω πιο γρήγορα απ’ όσο σήκωνε εκείνη η νύχτα.

Τα βράδια που ακολούθησαν, ήταν όλα στο ίδιο μοτίβο. Βόλτες, χαμόγελα, μερικές σιωπές γεμάτες νόημα. Τα δάχτυλα της να διαγράφουν κύκλους στην παλάμη μου πάνω στο τραπεζάκι. Να μιλάει με το κορμί της πιο πολύ απ’ το στόμα. Να με κοιτάει στα μάτια και να νιώθω ότι θέλω να μείνω εκεί για πάντα, ή έστω για όλες τις νύχτες του καλοκαιριού.

Την τελευταία βραδιά πριν φύγω, μου έφερε μια τσάντα με δαμάσκηνα και δυο καρτ-ποστάλ από κάτι παλιά μαγαζιά στο νησί. “Για να με θυμάσαι,” λέει. “Σαν να χρειάζομαι αντικείμενα…” της ψιθυρίζω. Δεν απάντησε, μόνο ένα φιλί, κάπως πικρόγλυκο εκείνο το βράδυ. Φεύγοντας, γύρισα και κοίταξα πίσω: καθόταν στο πηγάδι, στα σκοτεινά, με τη σκιά της πεσμένη μεγάλη στο χώμα.

Από τότε έχουμε χαθεί—όχι απ’ επιλογή, έτσι ήρθαν τα πράγματα. Μα κάθε καλοκαίρι, όταν επιστρέφω στη Νάξο, κάπου μέσα μου ένα φιλί είναι ακόμα άπραγο. Και κάθε φορά που μυρίζω αλάτι και φύκια, η ανάσα της μου χτυπάει την καρδιά.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.