Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό φιλί με την Ελένη

Ποτέ δεν ήμουν από αυτούς που τ’ ανοίγουν εύκολα τα χαρτιά τους, ξέρεις. Ούτε ήμουνα κανένας σπουδαίος με τις γυναίκες, όχι τίποτα άλλο, αλλά ντρεπόμουνα. Έτσι απλά. Έπρεπε λοιπόν να περάσουν αρκετά χρόνια, να στρίψουν τα μαλλιά στ’ αυτιά μου, να νιώσω λιγάκι σιγουριά—κι ας πεις ψευδαίσθηση είναι κι αυτή, αλλά από κάπου πιάνεσαι. Και μόνο τότε κατάφερα να πω «άντε, πάμε».

Αυτή, η Ελένη, εμφανίστηκε στην καφετέρια του φίλου μου, ένα μεσημέρι του Αυγούστου. Τα καλοκαίρια στη γειτονιά μου έχουν κάτι παράξενο—είναι ώρες που μοιάζει λες και ξεχάστηκαν όλοι, φεύγουν για διακοπές ή κρύβονται στα σπίτια λόγω ζέστης. Εκείνη τη μέρα, σ’ εκείνη την ώρα που στάζει ο χρόνος σαν τον ιδρώτα απ’ το σβέρκο, μπήκε η Ελένη.

Κάθισε μόνη της σ’ ένα τραπεζάκι, παραγγέλνοντας νερό με δυο φέτες λεμόνι—ακόμη και τούτο μου έκατσε στο μυαλό, τόση λεπτομέρεια. Εμένα με τράβηξαν τα μάτια της, ένα γλυκό σταχτί που δεν έχω ματαδεί. Εντελώς ξένη κι όμως μου φάνηκε γνωστή. Μάλλον ήταν ο τρόπος που κοίταζε τριγύρω, σα να ζύγιζε την ατμόσφαιρα, σα να μύριζε τη σκόνη πάνω στα ξύλινα τραπέζια.

Από κει και πέρα είχα χαθεί. Δεν έχω να λέω πολλά εκείνο το πρώτο μισάωρο, εκτός απ’ το ότι ένιωθα μια αναστάτωση, σαν να ‘μουν πάλι πιτσιρικάς, και τα χέρια μου έτρεμαν όταν σκούπιζα τον πάγκο. Σκεφτόμουν: να πάω; Να μη πάω; Κι ύστερα να ‘σου ο Τάσος ο φίλος, «ρε, πάνε δες τι λέει η κοπέλα, κάν’ της λίγο παρέα». Από μαγκιά έκανα πως αδιαφορώ, αλλά μέσα μου ήμουν έτοιμος να σκάσω.

Πήγα. «Καλή σας μέρα», της είπα, χαμογελώντας κάπως χαζά (το ‘νιωθα· όντως γελοίος χαμογέλασα).

Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει, κάτι σαν μισό χαμόγελο, κάτι σαν… σπρώχνω-τραβάω. Ακούμπησε το ποτήρι μπροστά της, τα δάχτυλά της κοντά στη φέτα λεμόνι.

«Σας είδα που μπήκατε», της είπα, νιώθοντας ηλίθιος αμέσως μετά. «Σπάνια έχουμε καινούργια πρόσωπα εδώ».

Κούνησε το κεφάλι αργά. «Χάθηκα στον δρόμο, ψάχνω σκιές. Πολύ ήλιος σήμερα».

Δεν ήξερα τι να πω κι έτσι κάθισα απέναντί της, χωρίς να ρωτήσω. Μιλάγαμε λίγο-λίγο, με κείνες τις αμήχανες παύσεις που είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ξέρουν αν θα προχωρήσουν ή θα φύγουν. Μου είπε πως μένει λίγο πιο πάνω, σε μια φίλη. Δουλεύει περιστασιακά, δεν της αρέσουν τα πολλά λόγια. Μόνο που κάθε τόσο μ’ άφηνε να βλέπω κάτι απ’ τον μέσα της κόσμο, όπως βλέπεις τα φώτα στα παράθυρα της απέναντι πολυκατοικίας· λίγο μόνο, δηλαδή, και ξανά σκοτάδι.

Μείναμε εκεί, μιλώντας χαμηλόφωνα, ο ένας στον άλλο, ίσως και στον εαυτό μας. Δεν ξέρω αν ήταν το βλέμμα της ή ο τρόπος που άκουγε, αλλά ένιωθα πως κάτι συμβαίνει, κάτι ψιλομαγικό, δίχως να το ξηγεί κανείς.

Καθ’ όλη τη διάρκεια κράταγα τ’ ακροδάχτυλά μου σταθερά μακριά· ήθελα τόσο να της πιάσω το χέρι, όμως έμεινα να ακουμπάω με τον αγκώνα μου την άκρη του τραπεζιού, ελπίζοντας μήπως εκείνη φέρει πιο κοντά το δικό της χέρι.

«Βαριέμαι εύκολα», μου είπε κάποια στιγμή, κοιτώντας προς τη βιτρίνα.

«Κι εγώ. Τελευταία τουλάχιστον.»

Γέλασε χαμηλόφωνα, κι αυτό έσπασε κάπως τον πάγο. «Λες να πάμε μια βόλτα; Να με ξεναγήσεις λίγο στη γειτονιά;»

Σηκωθήκαμε. Έξω η ζέστη χτυπούσε νταηλίκι, αλλά εγώ ένιωθα κάτι άλλο, πιο έντονο ξαφνικά. Το αεράκι παίζοντας κάτω απ’ τα μανίκια, εκείνη πλάι μου, κοντά χωρίς να κολλάει. Προχωρήσαμε στα στενά, περάσαμε απ’ τη μικρή πλατεία με τα παγκάκια όπου κάθονται τα παιδιά το βράδυ, δυο γιαγιάδες κάτω απ’ τον πλάτανο. Μιλούσαμε για βλακείες κυρίως, αλλά όλα είχαν σημασία—οι σιωπές, το πώς σταματούσαμε για δευτερόλεπτα και κοιταζόμασταν, λες και έπρεπε να πούμε κάτι μεγάλο, αλλά κανείς δεν το έβρισκε.

Σ’ ένα σημείο, εκεί που το στενό στρίβει δίπλα σ’ έναν μαντρότοιχο με παλιές πληγές, εκεί στάθηκε. Κοίταξε κάτω, μετά εμένα, έφερε το χέρι της και μου άγγιξε το μπράτσο, όσο να με κάνει να ριγήσω. Για πρώτη φορά τόσα χρόνια ζήλεψα τον εαυτό μου.

«Δεν χρειάζονται πολλά για να ξεκινήσει κάτι», είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, και το πρόσωπό της ερχόταν πιο κοντά. Είχα μπλοκάρει, ούτε ανάσα έπαιρνα. Ένιωθες τον ηλεκτρισμό να χορεύει ανάμεσά μας. Το πρώτο φιλί ήταν αρπακτικό και αδέξιο μαζί, αλλά και τόσο ζεστό που όλα γύρω σαν να σταμάτησαν.

Δεν ξέρω πόση ώρα μείναμε εκεί, με τη ζέστη να κολλά στα κορμιά μας, τα σώματα να σπρώχνονται δειλά δειλά. Εκείνη ακουμπούσε πάνω μου με τα μάτια κλειστά για ώρα, κι εγώ χάιδευα τα μαλλιά της με τόσο προσοχή, λες και μπορούσε να σπάσει.

Γυρίσαμε προς το σπίτι αργά, περπατώντας αγκαλιά, σχεδόν σκουντουφλώντας από την ζαλάδα του πρώτου έρωτα. Κανείς δεν μιλούσε, αλλά όλα είχαν ειπωθεί με τα χείλη, με τα χέρια, με τα σφιξίματα που λένε πολλά.

Φτάνοντας στην πόρτα της, τη φίλησα ξανά, πιο αργά αυτή τη φορά, σα να θέλαμε να γραφτεί στη μνήμη για πάντα. «Θα τα ξαναπούμε;» ρώτησα.

Χαμογέλασε, έτσι αόριστα πάλι, «όλα τα καλά κρατάνε λίγο…» είπε. Και μπήκε μέσα, αφήνοντάς με στη σκάλα, με τη σιωπή να αντηχεί παντού.

Δεν ξέρω αν ήταν για μία μέρα, αν επαναλήφθηκε ή αν απλώς έπρεπε να συμβεί έτσι. Ξέρω μόνο ότι επί ώρες δεν μπορούσα να σταματήσω να ψάχνω το άρωμά της πάνω μου, στις παλάμες και στο λαιμό μου.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή