Δεν ξέρω αν θα την έλεγα ιστορία ερωτική με τη στενή έννοια, αλλά ήταν σίγουρα μια στιγμή που μου έμεινε – και ακόμα και τώρα που τη σκέφτομαι, την αισθάνομαι στο δέρμα μου. Αυτά τα πράγματα δεν σ’ αφήνουν, ό,τι και να γίνει μετά. Λοιπόν, να σου πω πώς έγινε.
Ήταν καλοκαίρι, από αυτά τα κλασικά τα αθηναϊκά, με τη ζέστη να σου κάθεται βαριά πάνω στο σβέρκο, και το βράδυ τα τζιτζίκια να κάνουν περισσότερο θόρυβο κι από τρένο. Δούλευα τότε σε μια βιοτεχνία, και γύρναγα σπίτι κουρασμένος, πάντα αργά. Εκείνο το διάστημα όμως, έτυχε να κάνω παρέα με μια παρέα λίγο πιο νέα από μένα – καινούριους φίλους, φρουτοσαλάτα χαρακτήρες, αγόρια-κορίτσια, γέλια, τσιγάρα στο πεζοδρόμιο, μπύρες στα παγκάκια του πάρκου. Εκεί την είδα πρώτη φορά τη Μαρία.
Η Μαρία… Σαν να μου έσκασε ο ήλιος στη μούρη τη μέρα που την πρωτογνώρισα. Όχι, δεν ήταν “η ωραία του χωριού”. Ήταν εκείνη που δεν έκλεινε εύκολα το στόμα της, που κοιτούσε τους άλλους κατευθείαν στα μάτια. Μαλλιά κοντά, χέρια με κάτι χαρακιές από παιδικά ατυχήματα, γέλιο κανονικό, δυνατό. Απ’ την αρχή, δεν γινόταν να μη τη δεις, να μη τη νιώσεις δίπλα σου, ακόμα και άμα δεν μιλούσε.
Μια δυο βδομάδες το ίδιο βιολί: μαζευόμασταν βράδυ έξω, γελούσαμε, λέγαμε τα δικά μας, κι εγώ πότε πήγαινα να της ανάψω τσιγάρο, πότε της έδινα να δοκιμάσει από τη μπύρα μου – πάντα κάτι να τη φέρω κοντά, αλλά να μην κάνω και το μεγάλο βήμα. Δεν ξέρω, είχε κάτι πάνω της που σε σταματούσε και σε τράβαγε μαζί.
Ένα βράδυ, αφού είχαν φύγει σχεδόν όλοι, μείναμε μόνοι μας στο παγκάκι. Κοιτούσαμε τα φώτα της πόλης – θυμάμαι ακόμα πως μύριζε η νύχτα, λίγο γιασεμί, λίγο μάρλμπορο. Κάναμε ότι βλέπαμε τους πυγολαμπίδες, αλλά και οι δυο ξέραμε ότι εκείνη τη στιγμή, κάτι έπαιζε. Όπως καθόμασταν, χώρισε τα μπατζάκια της βερμούδας της με το χέρι, έτσι λίγο αφηρημένα, και μ’ έσκισε το μυαλό αυτή η μικρή, τυχαία κίνηση – τίποτα το σπουδαίο, αλλά να… Ήταν ότι έκανε ό,τι ένιωθε. Κι εγώ εκεί, να μη μπορώ να μην κοιτάξω.
Δεν μιλούσαμε – ή λέγαμε κάτι αδιάφορα, για σειρές, για τη δουλειά. Ξαφνικά σηκώθηκε, έκανε πως τεντώνεται και με κοίταξε από πάνω. Βούλιαξα για λίγο, σου το λέω αλήθεια. Κι όταν με ρώτησε «τι σκέφτεσαι;», ήρθε ένα δευτερόλεπτο που σταμάτησαν όλα. Της είπα την αλήθεια, ότι ήθελα να τη φιλήσω. Γέλασε – όχι νευρικά, ένα γεμάτο γέλιο, ζεστό. Δεν είπε ναι ούτε όχι. Έκατσε δίπλα μου, πιο κοντά, όσο έπρεπε. Κι εκεί κατάλαβα, χωρίς να μιλήσουμε άλλο, μόνο με μια ματιά – ξέρεις πώς κοιτάνε μερικοί άνθρωποι, που σε πιάνει ηλεκτρικό.
Έβαλε το χέρι της στο γόνατό μου, σχεδόν τυχαία, αλλά όχι εντελώς. Δεν ήξερα αν πρέπει να κάνω κίνηση, αλλά το χέρι μου πήγε μόνο του στο σβέρκο της. Εκείνη, ήρεμη, ούτε περίεργα ούτε βιαστικά, πέταξε μια τρίχα από το μέτωπό της και μου ‘ριξε αυτό το βλέμμα, σαν να μετράει αν θα τολμήσω. Και τόλμησα.
Το φιλί ήρθε αργά. Όχι απότομα – σαν να χτίζονταν μέρα με τη μέρα, όλο εκείνο το καλοκαίρι. Η ανάσα μας ακούστηκε λίγο έρημη στο σκοτάδι, μόνο αυτή και κάπου μακριά μια μηχανή. Τα χείλη της ήταν ζεστά, κι από κοντά είχε και κάποια μυρωδιά, ιδρώτα και σαπουνιού μαζί – νιώθεις τον άλλον πολύ αληθινά έτσι. Δεν υπήρχε άγχος, ούτε πρέπει. Απλώθηκα και την έσφιξα, και εκείνη το δέχτηκε. Δεν χρειαζόταν να μιλάμε άλλο. Ό,τι ήταν να ειπωθεί, το λέγαμε κάπως αλλιώς, τις σιωπές και τα μικρά αγγίγματα.
Δεν έγινε τίποτα άλλο εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω αν το λες καν «πρώτη φορά». Ξέρω όμως πως όποτε ήμασταν οι δυο μας, μετά το παγκάκι, κάθε μικρή στιγμή – τα χέρια που ακουμπούν, το πόδι που γλιστρά στη γάμπα του άλλου, το χαμόγελο όταν ξυπνάς και τη βλέπεις δίπλα σου – όλα είχαν μέσα αυτή την κρυφή, την αφοπλιστική δύναμη. Ήταν ένα καλοκαίρι που μάθαινα να μιλάω χωρίς λέξεις. Να διαβάζω τους άλλους από τα μάτια, να αφήνομαι στη φροντίδα, στο χάδι, σε μια σιγανή ανάσα δίπλα στο αυτί.
Κράτησε όσο να μπει το φθινόπωρο. Χωρίς λόγια δύσκολα, χωρίς συμφωνίες. Κάθε φορά που τη συναντώ τώρα τυχαία, με ρωτάει πάντα «θυμάσαι το παγκάκι;» Και χαμογελάμε, λίγο ζαλισμένοι. Δεν ξέρω αν ήταν αγάπη, δεν ξέρω αν τέλειωσε στ’ αλήθεια. Ξέρω όμως πως ό,τι ήταν, δεν το αλλάζω. Έμεινε στην ανάμνηση σαν κάτι άγριο, τίμιο και ζεστό.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.