Να σου πω μια ιστορία που ούτε εγώ ο ίδιος δεν πίστευα ποτέ πως θα τη ζήσω, μέχρι που τη βρήκα μπροστά μου, σαν εκείνα τα τυχερά που λες «έλα μωρέ, αυτά γίνονται μόνο στις ταινίες». Κι όμως, εγώ την έζησα, και τώρα που γύρισε ο καιρός και έμεινα μόνος με τις σκέψεις μου, κάθομαι και τη θυμάμαι λες και τη βλέπω σαν ταινία μπροστά μου.
Ήταν καλοκαίρι, αυτό θα το θυμάμαι για πάντα, φουλ ζέστη, από εκείνες που κάθονται τα τζιτζίκια και σολάρουν με τις ώρες και θες μόνο σκιά και δροσιά. Δούλευα τότε κάτι βάρδιες σε μια αποθήκη έξω από την Αθήνα. Κόσμος πολύς δεν είχε, μόνο κάτι παλιοί συνάδελφοι και μια δυο κοπέλες που ήτανε για σπασμένες ώρες, ξέρεις τώρα, να κάνουν πρακτική, τέτοια φάση.
Εκεί την πρωτοείδα τη Μαρία. Δεν ήτανε τίποτα εντυπωσιακό στην αρχή, μια κοπέλα κανονική, λίγο ατημέλητη, μάτια μεγάλα όμως, από αυτά που ό,τι κι αν πούμε δεν ξεχνάς ποτέ. Έφτασε με κάτι παντόφλες, φούστα μακριά, και μπλούζα χύμα, λες και δεν την άγγιζε καθόλου ο ήλιος. Δεν έδωσα σημασία. Έλεγα, «μια έτσι, μια αλλιώς είναι οι καινούριοι μέχρι να συνηθίσουν, άστο να δούμε». Αλλά αυτή, ρε φίλε, κάθε μέρα που πέρναγε, όλο και πιο πολύ τρύπωνε στα μάτια μου. Είχε μια ησυχία, μια γλύκα, δεν μιλούσε πολύ, μόνο με τα μάτια. Κι εκεί έπιασα τον εαυτό μου να την κοιτάει πιο πολύ απ’ όσο πρέπει.
Μια μέρα λοιπόν, δεν θα το ξεχάσω, ήτανε καύσωνας και εγώ ήμουν στο διάδρομο της αποθήκης και πάλευα να κουβαλήσω κάτι παλέτες, γεμάτος ιδρώτα, να μου κολλάν τα ρούχα στο σώμα. Κάτι με σκουντάει από πίσω, γυρνάω, ήταν η Μαρία. «Να βοηθήσω;» μου λέει, με εκείνη τη φωνή, ούτε ψιλή ούτε βαριά, χλιαρή όπως το βράδυ μετά τη ζέστη. Της λέω, «έλα, τι να κάνεις εσύ, άστο γερό είμαι ακόμα», αλλά εκείνη χαμογέλασε έτσι ήρεμα και μου ‘πιασε τον αγκώνα. Δεν μιλάω για αγκάλιασμα, ένα πιάσιμο ίσα να μεταφέρει το κουτί μαζί μου. Εκεί ήτανε που κόλλησα. Ένιωσα τη ζέστη από το χέρι της αλλιώτικη, όχι σαν της Αθήνας που σε βαραίνει, πιο γλυκιά, σαν αεράκι στα ξαφνικά.
Σιγά σιγά, άρχισα να πηγαίνω νωρίτερα μόνο και μόνο για να τη δω, να πιούμε καφέ στις δεκαπέντε λεπτά διακοπή που είχαμε. Εκείνη, όλο με κάτι χαμόγελα και λίγα λόγια, κι εγώ να πασχίζω να της πω ένα αστείο να γελάσει. Καθόμασταν σε μια γωνία έξω, όπου έπεφτε λίγο σκιά, και κάθε φορά που ένοιωθα τη ματιά της να πέφτει πάνω μου, ήταν σαν να μου έδινε ρεύμα ηλεκτρικό. Δεν χρειάστηκαν πολλά –περίμενα απλά να μείνει λίγο πίσω, να χαθούμε λίγο στο ψιλό σκοτάδι της αποθήκης όταν έπεφτε ο ήλιος. Έτσι έγινε ένα απόγευμα, προς το τέλος της βάρδιας. Δεν είχε πολλούς μέσα, ακούγονταν μόνο τα κλειδιά του φύλακα και το κλιματιστικό που δούλευε σαν να ‘χαν σπάσει όλα τα φτερά.
Πέρασε δίπλα μου τάχα να πιάσει ένα κουτί, και σαν να σταμάτησε για μια στιγμή ο χρόνος, έτσι όπως στάθηκε πλάι μου. Την είδα να δαγκώνει λίγο το κάτω της χείλος, δεν ξέρω αν το έκανε από αμηχανία ή αν ήταν επίτηδες, αλλά εγώ πήγα κι έσκυψα λίγο πιο κοντά της. Δεν είπαμε τίποτα. Κοιταχτήκαμε απλά, και μου ‘φτανε. Ένιωσα πως αν άπλωνα το χέρι τώρα, δεν θα με έσπρωχνε, δεν θα τραβιότανε. Το άπλωσα, αργά, και εκείνη απάντησε, γλίστρησε τα δάχτυλά της πάνω στη φλέβα του καρπού μου, μαλακά, σχεδόν φοβισμένα, μα και με τόλμη, σαν να ήθελε να της μάθω τον κόσμο.
Εκείνη τη στιγμή, ρε φίλε, όλα τα παράπονα, όλες οι κούρασες της μέρας φύγανε. Ένιωσα να λυγίζει το μέσα μου. Δεν φιληθήκαμε εκείνη τη στιγμή, μόνο σταθήκαμε αγκαλιασμένοι στη μέση μιας σκοτεινής αποθήκης, ο ένας μες στ’ άλλο κορμί σχεδόν, από τη μέση και πάνω, και ακούγαμε τις ανάσες μας, τόσο δυνατά που νόμιζα θα μας ακούσουν όλοι. Ένοιωθα τη ζέστη της ανάσας της στο λαιμό μου, τη μυρωδιά των μαλλιών της, και εκεί, μέσα στη σκοτεινιά, έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει απ’ το στρίμωγμα, να ανασαίνω σαν πιτσιρικάς. Δεν χρειαζόταν κάτι άλλο—μου έφτανε μόνο να ξέρω ότι ήθελε να είναι εκείνη τη στιγμή εκεί μαζί μου.
Μετά κάτσαμε σιωπηλοί λίγο, μέχρι που φάνηκε φως στην άκρη και χωρίσαμε, τάχα τυχαία, κι ας ήξερα από τότε ότι κάτι είχε γίνει. Ήταν περίεργο αυτό το «κάτι». Δεν ήτανε μεγάλο, αλλά ήτανε δικό μας. Από τότε, κάθε φορά που μιλούσαμε, ήξερα πως υπάρχει αυτό το μυστικό –μία σιωπή ανάμεσά μας που έκαιγε γλυκά, έστω και μόνο με βλέμμα ή ένα φευγαλέο άγγιγμα όταν αλλάζαμε σειρά στο ράφι.
Ένα βράδυ, μετά τη δουλειά, με σταμάτησε στο πάρκινγκ. Δεν ήξερα τι να της πω, είχε πάρει εκείνο το ύφος, το σοβαρό. Ξέρεις, που κάτι έχει να πει και το κρατάει. «Θες να πάμε ένα περίπατο;» μου πέταξε, αυθόρμητα, σχεδόν σαν να το ‘λεγε στον εαυτό της. Εγώ δεν ήθελα τίποτα παραπάνω. Πήραμε λοιπόν τα πόδια μας και περπατήσαμε μέχρι το παρκάκι πιο κάτω, ούτε πολύ φως, ούτε πολλή φασαρία.
Εκεί, κάτω από μια λεύκα, σταματήσαμε και μίλησε πρώτη αυτή. Δεν τα θυμάμαι όλα, μόνο ότι μου είπε πως γουστάρει να με βλέπει έτσι όπως είμαι, αληθινός, απλός, ίσως και λίγο αδέξιος πολλές φορές. Της απάντησα όπως ένιωθα, ότι νιώθω μαζί της σαν να κάτι ξυπνάει μέσα μου, κάτι που κοιμόταν καιρό. Και μετά, απλά ήρθε κοντά και με φίλησε ήσυχα, χωρίς βιασύνες, χωρίς λόγια. Μια απλή, ζεστή αγκαλιά και δυο χείλια μαλακά από την κούραση της μέρας και κάτι άλλο που δεν το βρίσκω, κι ας ψάχνω λέξεις τόση ώρα. Ήταν αυτό που λένε «ο χρόνος σταματάει».
Αυτό ήτανε λοιπόν. Δεν έμεινε για πολύ καιρό μετά η Μαρία – η πρακτική της τελείωσε, ήρθε το φθινόπωρο κι εγώ ξανάμεινα να πίνω καφέ με τους άλλους, να κοιτάω τα ράφια και να θυμάμαι εκείνο το βλέμμα της. Όμως εκείνες οι μέρες, εκείνα τα κρυφά βλέμματα και τα λίγα κλεφτά αγγίγματα, μου μείνανε μέσα, σαν εκείνα τα τραγούδια που τα σιγοτραγουδάς μέσα σου χωρίς να το καταλαβαίνεις.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Περικλής.