Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που ένωσε δυο μοναξιές

Εκείνο το βράδυ, ήταν Σάββατο θυμάμαι, δεν είχα κανονίσει τίποτα. Ούτε ποτό, ούτε παρέες, τίποτα από τα συνηθισμένα. Στην ουσία, αυτό ήταν και το καλό της υπόθεσης. Ήμουν σπίτι μου, από εκείνα τα βράδια που κάθεσαι με το φως του μπαλκονιού μισοσβηστό, ακούγεται λίγο μουσική από κάτω και το μόνο που ακούς εσύ είναι τα δικά σου τα στήθη να ανεβοκατεβαίνουν. Χάζευα τα φώτα της πόλης, εκείνον τον θόρυβο που έχουν τα Σαββατόβραδα, όταν ξαφνικά χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν η Μαρία. “Κατεβαίνεις για μια μπύρα;” μου λέει. Η Μαρία, για να ξέρεις, είναι απ’ τα πρόσωπα που σε τραβάνε ακόμα κι αν δε γελάει το στόμα της, γελάνε τα μάτια της—κατάλαβες, έχει αυτό το σπίθισμα στο βλέμμα, που λες από μέσα σου “κάτι τρέχει εδώ”. Στην αρχή ψιλοκώλωσα αλλά λέω, “άντε, τι θα κάνεις μόνος σου πάλι;” Έβαλα ένα τζιν, ένα άσπρο μπλουζάκι, τα μαλλιά με δυο χέρια, κλειδιά, τσιγάρα και κάτω.

Είχαν κάτσει σ’ ένα παλιό καφενεδάκι, στην πλατεία. Ένα τραπεζάκι σιδερένιο, οι καρέκλες λίγο έπαιζαν αστεία, αλλά η ατμόσφαιρα ήτανε σκέτη γλύκα. Είχε φέρει ήδη δυο μπύρες, ήτανε με κάτι φίλες της, αλλά σε δέχτηκαν κατευθείαν σαν να σε ξέρανε χρόνια. Τα φώτα χαμηλά, αυτά τα παλιά τα πορτοκαλί του δρόμου, και τα μάτια της Μαρία, κι αυτά να παίζουν ένα παιχνίδι, σαν να κάνει ότι δε σε κοιτάει, κι όμως σε λιώνει.

Κάποια στιγμή φύγανε οι φίλες της, και μείναμε οι δυο μας. Δεν τρέχανε συζητήσεις σαν των ξένων—καταλαβαίνεις, όταν μιλάς και νομίζεις ότι πάντα έλειπε αυτό το ένα άτομο δίπλα σου και τώρα, τσουπ, βρέθηκε. Ένιωθα κάθε κουβέντα να κολλάει πάνω μου, όπως κολλάει ο ιδρώτας πάνω σου το καλοκαίρι.

Μας βρήκε το ξημέρωμα εκεί. Είχε πάει τέσσερις, και ήμασταν ακόμα στην πλατεία, με τα πόδια να πονάνε απ’ το σταύρωμα, τα τσιγάρα να τελειώνουνε και τη νύχτα να γίνεται αέρας δροσερός. Εκείνη με κοίταξε έτσι όπως μόνο εκείνοι που σε βλέπουν πραγματικά το κάνουν, κι ήξερα, ήμουνα σίγουρος, ότι αν σηκωθώ τώρα, θα έρθει μαζί μου. Δεν είπε πολλά, ένα “Θες να πάμε κάπου;” ήταν αρκετό.

Και φύγαμε. Το σπίτι της κοντά—παλιά πολυκατοικία, λίγο κουρασμένη απ’ την πολλή ζωή, αλλά είχε αυτό το κάτι, ξέρεις, εκείνο το αίσθημα ότι εκεί μέσα κάποιοι έχουν χαμογελάσει στ’ αλήθεια. Μπήκαμε μέσα ήσυχα, λες και αν κάναμε φασαρία θα χαλούσαμε κάτι ιερό.

Η Μαρία άναψε χαμηλό φως, έβγαλε τα παπούτσια της, ξυπόλητη έμοιαζε ακόμα πιο ελεύθερη απ’ ό,τι έβλεπα νωρίτερα. Κάθησε δίπλα μου στον καναπέ, χωρίς να μιλάμε πολύ. Ενδιάμεσα, ένα κομμάτι μουσικής γρατζούνιζε απ’ το λάπτοπ, ο ήχος έπαιζε λίγο παράταιρα, αλλά δεν μας ένοιαζε.

Άπλωσα το χέρι μου, όχι δήθεν, ούτε με βιασύνη. Της έπιασα το χέρι και αισθάνθηκα ένα τρέμουλο—ίσως από τη μπύρα, ίσως από την αναμονή, δεν ξέρω. Εγώ πάντως ένιωθα έναν πυρετό, μια αγωνία, ξέρεις εκείνο το άγχος που είναι ωραίο, γιατί είναι από προσμονή. Δεν το σπάσαμε με λόγια. Τα μάτια μας πήραν ρυθμό, σαν να χωρίζανε τη νύχτα σε κομμάτια. Κι όσο πλησιάζαμε, τόσο φούντωνε μια φωτιά, εκεί, ανάμεσα σε δυο κουβέντες, σε ένα άγγιγμα, σε ένα χάδι στα μαλλιά της.

Το φιλί ήρθε ύπουλα, σιγανά, σχεδόν διστακτικά. Δεν ήθελα να το χαλάσω, γι’ αυτό κι όλο το καθυστερούσα, κι όλο πλησίαζα. Ήταν αυτή η αναμονή που έκανε τα πάντα να μετράνε διπλά. Όταν τελικά τα χείλη μας βρέθηκαν, ήταν σαν να ακούστηκε ένα “επιτέλους” σ’ όλο το δωμάτιο. Αργό, απαλό, βαθύ φιλί. Ένιωθα τη Μαρία να χαμογελά όσο με φιλούσε, και μου έβγαινε να γελάσω κι εγώ, αλλά κρατήθηκα.

Δεν θα πω πολλά για το μετά. Θυμάμαι μόνο την ανάσα της, τη ζέστη της, τη μυρωδιά των μαλλιών της—κι εκείνο το τράβηγμα στα σεντόνια, σαν να θέλαμε να αγκαλιαστούμε ολόκληροι και να μη μας φτάνει το δέρμα που εφάπτεται. Κράτησε ώρα. Καμία βιασύνη, κανένα άγχος, λες και ο χρόνος πάτησε φρένο μονάχα για μάς.

Με βρήκε το πρωί με το ένα χέρι να ψάχνει το μπράτσο της, ακόμα μισοκοιμισμένος, σχεδόν παιδί, κι εκείνη να ανοίγει τα μάτια της και να με κοιτάει με αυτή τη σιγουριά ότι, ό,τι κι αν συμβεί, εκείνη τη νύχτα ήρθαμε πραγματικά κοντά. Δεν ανταλλάξαμε όρκους, ούτε μιλήσαμε για το αύριο—απλά μείναμε λίγο σιωπηλοί, χαζοί απ’ την ευτυχία, να κοιτάμε το φως που έμπαινε απ’ το παντζούρι.

Δε θα πω ότι έγινε κάτι τρομερό μετά. Βρεθήκαμε ξανά, ήπιαμε καφέδες, γελάσαμε πολύ. Δεν ξέρω αν θα κρατήσει αυτό, δεν έχει σημασία. Εκείνη τη νύχτα όμως, ήταν σαν να συντονίστηκαν δυο μοναξιές και να βρήκαν απάντηση.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.