Ξεκινάω και μόνο που τη θυμάμαι, ζωντανεύει μπροστά μου ολόκληρο το σκηνικό, κι ας έχουν περάσει πια χρόνια. Δεν ήμουν πιτσιρικάς, ούτε όμως και μεγάλος. Γύρω στα τριάντα ήμουνα, τότε που νομίζεις πως τα χεις μάθει όλα και τελικά δε ξέρεις τίποτα για το πώς γυρνάει η ζωή και πώς μπορεί να σου φέρει μπροστά σου κάτι που ούτε καν ονειρεύτηκες.
Εκείνο το καλοκαίρι δούλευα σε ένα συνεργείο στη Δραπετσώνα, ζόρικη χρονιά, σκόνη, γράσο, κάψιμο απ’ τον ήλιο και το μέταλλο. Το βράδυ τα παιδιά κατεβαίναμε παραλία για μπύρα κι αστεία, να ξελαμπικάρουμε λίγο. Κινούμασταν πάντα μαζί, μια μεγάλη παρέα, λίγο απ’ ανάγκη, λίγο απ’ συνήθεια. Μέχρι που ένα βράδυ γνωριστήκαμε με την Κατερίνα.
Δεν είναι να πεις ότι ξεχώριζε με την πρώτη, αλλά είχε εκείνο το χαμόγελο που δεν άφηνες εύκολα να σου φύγει. Μιλούσε με τρόπο που καταλάβαινες ότι μέσα της είχε φωτιά κι απ’ την άλλη έδειχνε να τα παίρνει όλα αψήφιστα. Μου’κανε εντύπωση που δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα μαζί μου, παρόλο που όλοι οι άλλοι της παρέας προσπαθούσαν να την τραβήξουν στην κουβέντα. Εμένα σχεδόν δε με κοιτούσε. Αυτό ήταν για μένα το σινιάλο, κι ας λένε άλλοι τα αντίθετα.
Εκείνο λοιπόν το Σάββατο, ήμουνα καθισμένος, μετρώντας κύματα μόνος μου, όταν κάθισε δίπλα μου. Ήταν δροσερό το αεράκι, η σκόνη απ’ τη μέρα ακόμα κολλημένη πάνω μας, αλλά εκείνη μύριζε κύμα και κάτι λουλούδι απ’ το σαμπουάν. Δεν μου’πε πολλά. Μόνο: «Δεν μιλάς και πολύ εσύ,» μου είπε, «κι αυτό μου αρέσει». Την κοίταξα, και σ’ εκείνο το βλέμμα ένιωσα ότι κάτι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει. Στα σοβαρά.
Τη νύχτα εκείνη γυρίσαμε σχεδόν μαζί, αν και η παρέα πήγε να στρίψει για άλλη μεριά. Περπατήσαμε αρκετά ήσυχα. Κι όλο πήγαινα να της κρατήσω το χέρι, όλο το μετάνιωνα. Εκείνη όμως, ξαφνικά, μου άρπαξε τη φούτερ, μ’ ένα τρόπο που να μη με φέρει σε δύσκολη θέση, αλλά και να καταλάβω πως με διάλεξε.
Στη γειτονιά, κάτω από μια γέρικη αγγελική, της έδωσα το φούτερ μου γιατί κρύωνε. Το δέχτηκε, χωρίς να πει «ευχαριστώ», μόνο μ’ εκείνο το μισό χαμόγελο, το λίγο ειρωνικό. Σταθήκαμε εκεί, μιλώντας ψιθυριστά, σχεδόν τίποτα σοβαρό – για μουσικές, για το πώς της άρεσε να πετάγεται στη θάλασσα νύχτα, για τη βαβούρα της δουλειάς. Ερχότανε κάτι στιγμές που έπεφτε σιωπή, κι εκεί νομίζω αγγιζόμασταν χωρίς να κουνιόμαστε. Τα μάτια μας, κι οι ανάσες, λες και πρόφταιναν να πουν πιο πολλά απ’ τα λόγια μας.
Την επόμενη μέρα τη συνάντησα μεσημέρι, στο μικρό μαγαζάκι δίπλα στο λιμάνι. Ήταν ζέστη, το μαγαζί σκοτεινό, τίγκα στον αέρα βαριάς αλμύρας. Καθήσαμε πάλι απέναντι, οι άλλοι γελούσαν με τις βλακείες τους, εμείς λέγαμε δυο κουβέντες μόνο. Μια στιγμή, δεν άντεξα. Φόρεσε στο κεφάλι της το καπέλο μου, σαν σημείο. Έγειρα πάνω της, πολύ διακριτικά, σχεδόν να μην ακουμπήσουμε. Το ένιωσα όμως. Η γραμμή του ώμου της, το άρωμα που της είχε μείνει απ’ το βράδυ, και μια ζέστη στο αίμα.
Το ίδιο βράδυ, με κάλεσε στο σπίτι της. Μικρό διαμέρισμα, δυτικά, τα παράθυρα ανοιχτά να μπαίνει το καλοκαίρι. Δεν είχε πολλά πράγματα μέσα, όμως όλα στήριζαν μια ιστορία που ήθελα να μάθω. Μου έβαλε κρασί, καθίσαμε στο πάτωμα γιατί έτσι της άρεσε. Η φωνή της χαμηλή, ο τόνος γλυκός αλλά και σταθερός. Με ρώτησε για τα παιδικά μου χρόνια, για τη μάνα μου, για τα όνειρά μου. Κι όσο μιλούσα, την αισθανόμουν να σπάει σιγά σιγά το τείχος, να γίνεται πιο αληθινή. Κάποια στιγμή, έσκυψε πάνω μου, τα χέρια της στο πρόσωπό μου, τα βλέμματα στα ίσια. Έμεινα ακίνητος. Τίποτα, ούτε ανάσα δεν έπαιρνα, λες και κρεμόμουν απ’ τα χείλη της.
Το φιλί της ήρθε αργά, προσεκτικά, με μια μικρή αναποφασιστικότητα στην αρχή. Δεν ήταν δυνατό, ούτε βιαστικό – ήταν κάτι που δόθηκε και λήφθηκε με το χρόνο του. Μετά, παραδόθηκα. Απογείωση. Η ένταση ανέβηκε ψηλά – και μιλάω για κείνο το κάτι που νιώθεις, που φέρνει ρίγος και φως παντού, χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί. Όλο το βράδυ ήταν ένα πήγαιν’-έλα από βλέμματα, ανάσες, γέλια, μια απόσταση που μίκραινε κάθε δευτερόλεπτο, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα ανάμεσά μας.
Ξαπλώσαμε αγκαλιά, κουλουριασμένοι σα δυο μικροί που βρήκαν καταφύγιο. Δεν χρειάστηκε να πει κανείς τίποτα. Εκεί, χαζεύοντας απ’ το παράθυρο τ’ αστέρια, ένιωθα πως εκείνη η βραδιά δεν θα τελείωνε ποτέ. Ήρθε όμως το ξημέρωμα, κι η Κατερίνα άνοιξε τα μάτια της, χαμογέλασε πονηρά και μου ψιθύρισε: «Δεν ξέρω τι θα γίνει με μας, αλλά απόψε ήσουν ακριβώς αυτό που ήθελα». Σηκώθηκα αργά, φόρεσα τα παπούτσια μου και βγήκα στο δρόμο με την αίσθηση πως έχω αφήσει ένα κομμάτι μου εκεί μέσα, κι ας μην ήξερα αν θα το ξαναβρώ.
Δεν ξανάγινε ό,τι έγινε εκείνο το βράδυ. Μείναμε φίλοι, βλεπόμασταν αραιά, σαν να φοβόμασταν τη δύναμη αυτής της πρώτης φοράς. Ίσως τελικά αυτό να είχε αξία – να μείνεις μ’ εκείνο το ρίγος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, που μίλησαν με τα μάτια και γδύθηκαν πρώτα την ψυχή.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.