Λοιπόν, να σου πω πώς έγιναν τα πράγματα, έτσι όπως τα έζησα εγώ – χωρίς φτιασίδια. Ήταν καλοκαίρι, όπως τώρα, Ιούλιος μήνας, με κάυσωνα και τη ζέστη να κολλάει πάνω σου. Δούλευα τότε σε μια αποθήκη, με τα χέρια μαύρα από τα μεροκάματα, κάθε μέρα τα ίδια: μπαίνω, σκάω απ’ τη ζέστη, βγάζω το μεροκάματο και μετά σπίτι – ή καμιά φορά για κάνα ποτό να ξεχάσω τη μέρα.
Εκείνο το απόγευμα ήμουν χώμα. Κατεβαίνω στο συνοικιακό καφενεδάκι στη Χαμοστέρνας, γνωστό μαγαζί, οι ίδιοι και οι ίδιοι κάθε μέρα, μα θες η τύχη, θες το σύμπαν, στη γωνία βλέπω μια παρέα που δεν τους είχα ξαναδεί. Τρεις φίλες, γελούσαν και φώναζαν, αλλά το μάτι μου κόλλησε στη μία – μελαχρινή, μαλλιά καρέ, φορούσε εκείνο το παλιό, ξεβαμένο τζιν σορτσάκι και μια άσπρη μπλούζα που την είχε δέσει στη μέση. Δεν ήταν μοντέλο όπως τα βλέπεις στα περιοδικά, αλλά όλη η παρουσία της είχε κάτι που δεν εξηγείς με λόγια. Ήθελες να την χαζεύεις και να μιλάς μαζί της για ώρες.
Ένιωσα το κεφάλι μου να βαραίνει, πήγα να πάρω μπύρα, αλλά αντί να πάω στο ταμείο έστριψα κι έπεσα πάνω τους – δεν ξέρω αν το έκανα επίτηδες ή με τράβηξε κάτι πιο δυνατό. Ζήτησα συγγνώμη, ανταλλάξαμε δυο αστεία, κι εκείνη μου χαμογέλασε μ’ ένα χαμόγελο που σ’ έσκαγε στα μούτρα, σαν να σου ‘ριχνε νερό για να σε ξυπνήσει. Της λέω, “να σας κεράσω κάτι;” Μου απαντάει με την ίδια αυτή φωνή που σου καρφώνεται στο κεφάλι, “έλα να κάτσεις μαζί μας να τα πούμε, όχι κεράσματα”.
Κάθομαι δίπλα της, ενώ οι φίλες κάπως αποτραβήχτηκαν, σαν να ήξεραν ότι εκείνη τη στιγμή γινότανε κάτι που δεν χωρούσε τρίτο πρόσωπο. Μιλήσαμε για βλακείες στην αρχή – για τα μεροκάματα, για το καλοκαίρι, για το πώς δεν βρίσκεις πια ανθρώπους να πεις μια αληθινή κουβέντα. Κάθε φορά που γελούσε, ένιωθα να μου ανάβει μια φωτιά κάτω απ’ το στήθος. Έπαιζε με το φλιτζάνι, μίκραινε τη φωνή όταν έλεγε κάτι δικό της, άγγιζε το χέρι μου που και που σα να ‘θελε να τσεκάρει αν τη βλέπω στ’ αλήθεια.
Πέρασε η ώρα, έφυγαν οι φίλες της, λέει “μείνε λίγο ακόμη, δε βιάζομαι.” Βγήκαμε έξω, στην πλατεία, η ζέστη είχε σκάσει, μα μ’ αυτή δίπλα μου έκανε κάτι κρυάδες που μ’ έστησαν στη γωνία. Καθίσαμε στο παγκάκι, μιλούσαμε για κείνα που δεν τα λες με τον κάθε έναν, για παλιαγάπηδες, για σφάλματα, για όνειρα. Τη χάιδεψα απαλά στον ώμο, δεν τραβήχτηκε. Μου έριχνε κάτι βλέμματα, ξέρεις απ’ αυτά που σου λένε πολλά χωρίς να τ’ ακούσεις με αυτιά.
Δεν ξέρω πώς έγινε, ορκίζομαι δε θυμάμαι λεπτομέρειες, μόνο νιώθω ακόμα τη στιγμή που έσκυψε ξαφνικά κι ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό μου. Δεν φιληθήκαμε αμέσως, μα ήταν τόσο κοντά τα χείλη της στα δικά μου… ν’ ακούς την ανάσα της, να τρέμει ο αέρας γύρω σου απ’ την ένταση, να χτυπάει η καρδιά σου στ’ αυτιά. Λέω “θέλεις να σε πάω μια βόλτα;” κι εκείνη γελάει “πάμε, μόνο όπου θες, μην έχει πολύ κόσμο.”
Κι έτσι καβαλήσαμε τη μηχανή μου. Τη θυμάμαι να σφίγγει τα χέρια της στη μέση μου κι εγώ να νιώθω πως δεν θέλω να τη χάσω ποτέ απ’ την πλάτη μου. Ανεβήκαμε στην ανηφόρα του λόφου, πάνω απ’ την πόλη που άρχιζε να ανάβει σιγά τα φώτα της. Σταματήσαμε εκεί, με θέα την Αθήνα, να φυσάει το μαλλί της γύρω μου και να μυρίζει καλοκαίρι και γυναίκα. Βάλαμε μουσική από τα κινητά, ήπιαμε μια μπύρα που είχα στο σακίδιο και μιλήσαμε για το τίποτα και το παν.
Και τότε, κάπως φυσικά, έγειρε κι ήρθε δίπλα μου. Τη φίλησα διστακτικά πρώτα, αλλά με τράβηξε κοντά της, κι ένιωσα όλη της την ένταση στα χείλη. Οι σιωπές ανάμεσά μας ήταν πιο γεμάτες κι απ’ τα λόγια, το κάθε άγγιγμα ήταν σαν ρεύμα που περνούσε από πάνω μας. Χάιδευα τα μαλλιά της, καθόμασταν εκεί αγκαλιασμένοι, ώρες ολόκληρες χωρίς να μετράμε τίποτα – κι όσο περνούσε η νύχτα μας έσφιγγε το συναίσθημα, γινόταν πιο βαθύ, βαρύ κι ευγενικό μαζί.
Μπορούσες να ακούσεις τους χτύπους της καρδιάς, να καταλαβαίνεις χωρίς να μιλήσεις ότι αυτό που ζεις εκείνη τη στιγμή είναι μοναδικό. Με κοίταξε στα μάτια και μου ψιθύρισε “μην πεις τίποτα άλλο τώρα, απλώς κράτα με.” Δεν είχα όρεξη για λέξεις. Την κράτησα, τόσο σφιχτά που και να ήθελε να φύγει δεν θα μπορούσε.
Τα ξημερώματα την άφησα στο σπίτι της, κι όταν κατέβηκε απ’ τη μηχανή μου έσφιξε το χέρι και μου ‘πε “σ’ ευχαριστώ, με έκανες να νιώσω έφηβη ξανά.” Από τότε ξαναβρεθήκαμε, δεν ξέρω αν υπάρχει μέλλον, αλλά αυτό το βράδυ θα το θυμάμαι για όσο ζω. Ζήσαμε κάτι καθαρό – χωρίς σκοπιμότητες και ψέματα, μόνο το τώρα, το αγνό, το αληθινό.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.