Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαιρινό βράδυ που άλλαξε τη ζωή του Μάκη και της Άννας

Δεν ήμουνα ποτέ του εύκολου, ούτε και του ξεκάθαρου στα ερωτικά. Πιο πολύ απ’ έξω-απ’ έξω, να κοιτάω, να μαζεύω το κουράγιο μου σιγά-σιγά, παρά να ρίχνω στα βαθιά. Αυτά παλιά. Γιατί με την Άννα, το πράγμα ήρθε αλλιώς, σαν αέρας που άνοιξε τα παράθυρά μου ένα καλοκαιρινό μεσημέρι και ξαφνικά να θες, να μη σε νοιάζει ούτε το πως, ούτε το γιατί.

Την γνώρισα σε κείνο το γνωστό το καφενείο στα Κάτω Πατήσια, που όλοι μιλάνε για μπάλα και για μια καλύτερη ζωή. Εμείς μιλούσαμε για ασήμαντα πράγματα, αλλά η φωνή της, η στάση της πάνω στην καρέκλα, άλλα λέγανε. Ήρθε με μια φίλη της, έκατσαν μαζί μας, εγώ είχε τύχει να έχω φάτσα τη δική της – πώς είναι κάτι ματιές που κρατάνε λίγο παραπάνω; Αυτό το παραπάνω έγινε βάρος στην ανάσα μου. Μικρά, αστεία αγγίγματα, τα δάχτυλα να τρυπάνε λίγο τον αέρα όταν πλησίαζε, εκείνο το χάδι σε μια φράση σοβαρή, σαν να μου έλεγε «κοίτα να δεις, εγώ είμαι εδώ, το νιώθεις;».

Αναμενόμενο, φύγαμε όλοι μαζί, ένα βράδυ που ζεσταίναμε τις μπύρες στα χέρια. Εκείνο το βράδυ δεν είπαμε πολλά· κάναμε παραπάνω. Κάτσαμε στα σκαλάκια κάτω από μια πολυκατοικία, πιο ήσυχα από ποτέ, όπως ήσυχα γίνονται τα σπουδαία. Κι ήταν μια στιγμή που το αυτί μου έπαιζε τη φωνή της, και το μάτι μου κυνηγούσε κάθε της κίνηση. Γύρισε, μου χαμογέλασε σιγά, σαν νατρυπούσε το σκοτάδι εκείνη τη στιγμή, και μου έπιασε το χέρι. Λένε πως αυτά τα αγγίγματα μένουν, ότι τα θυμάσαι ακόμα κι όταν ξεχάσεις το πρόσωπο. Εγώ ακόμα το θυμάμαι. Το χέρι της ζεστό, τα δάχτυλά της λεπτά, να σφίγγουν λίγο το δικό μου.

Μετά θυμάμαι μόνο σιωπές. Κι από αυτές, τις καλές, που είναι γεμάτες από όλα αυτά που δε λες. Ένα βλέμμα φεύγει, ένα χαμόγελο μένει, η αναπνοή κόβεται και ξαναρχίζει – κι εγώ εκεί, χωρίς να το σκέφτομαι παραπάνω, να πλησιάζω και να αφήνομαι σ’ αυτό που η καρδιά μου ήθελε καιρό, αλλά δεν έλεγε. Δεν φιληθήκαμε αμέσως. Πρώτα αφήσαμε τα χέρια να κάνουν το γύρο γύρω απ’ τα σώματα, να γνωριστούν, να πάρουν τα μέτρα και τα σταθμά τους. Εκείνη ακουμπούσε το κεφάλι στον ώμο μου κι εγώ μύριζα τα μαλλιά της, ένα άρωμα καθαριότητας, απ’ αυτά τα δικά της, όχι ακριβά, τα αυθόρμητα.

Και κάπως έτσι, σκοτεινή ώρα, κάτω απ’ ένα αχνό φως από τον δρόμο, τα χείλια μας συναντήθηκαν σαν υπόσχεση. Στην αρχή απλά, με δισταγμό, μετά όμως όλο και περισσότερο ζητούσαμε παραπάνω. Ήταν από τα φιλιά που δε χρειάζεται να πεις τίποτα, δε χρειάζεται να ρωτήσεις, απλά τα ζεις όπως βγαίνουν, αγνά, δυνατά και λίγο άγαρμπα από το τρακ. Αλλά αυτή η αδεξιότητα το κάνει πιο αληθινό, πιο ανθρώπινο. Με άγγιξε στο σβέρκο, με το χέρι της να με τραβάει κοντά. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος σκοτείνιασε και έμεινε μόνο η μυρωδιά της και ο χτύπος της καρδιάς μου.

Θυμάμαι πως μου ψιθύρισε κάτι, κάτι ασήμαντο τότε – ίσως και να ήταν απλά το όνομά μου ή κάτι να γελάσουμε. Αλλά εγώ άκουγα μουσική στη φωνή της, και αυτή η μουσική με κρατούσε ξύπνιο μέχρι το πρωί. Δεν πήγαμε στο σπίτι εκείνο το πρώτο βράδυ. Ούτε το θέλαμε. Θέλαμε μόνο να περπατήσουμε λίγο ακόμα μαζί, εκεί στον δρόμο, να τραβήξουμε την ώρα όπως τραβούν την τσίχλα τα παιδιά. Και το φεγγάρι πάνω μας, λες και έκανε κι αυτό το δικό του παιχνίδι, άλλοτε να κρύβεται, άλλοτε να φωτίζει εμάς.

Περάσαν μέρες έτσι, σχεδόν κάθε βράδυ να βρίσκομαι να τη σκέφτομαι, να περιμένω μια βόλτα, ένα μήνυμα, ένα χαμόγελο απ’ τα δικά της. Κάποιες φορές απλώς πίναμε καφέ, άλλες περπατούσαμε αγκαλιά, άλλαζαν τα σκηνικά – η σκηνή όμως ίδια: εγώ κι εκείνη, κι αυτό το πάθος που πήγαινε να ξεχυθεί αλλά κρατιόταν λίγο πίσω, όπως τα νερά πριν ανοίξει το φράγμα.

Ήρθε κι εκείνο το βράδυ που πήγαμε σπίτι της πρώτη φορά. Δεν χρειάζεται να πω πολλά για εκείνη τη νύχτα, μόνο ότι έβρεχε λίγο και τα παπούτσια μας ήταν μούσκεμα. Τραβήξαμε τις κάλτσες, γυμνάσαμε τα πόδια μας στο χαλί, και γελάγαμε σαν μικρά παιδιά. Αγκαλιασμένοι στον καναπέ, τα σώματα να βρίσκουν ρυθμό, τα μάτια να μιλάνε πιο πολύ απ’ τα λόγια, αυτό το ρεύμα που πέρναγε ανάμεσά μας και σκέπαζε τα πάντα. Οι σκιές στον τοίχο να παίζουν τα δικά τους παιχνίδια και η φωνή της, να ψιθυρίζει δίπλα στ’ αυτί μου, να στάζει λόγια γλυκά, μισή ντροπή, μισή χαμόγελο.

Η νύχτα κύλησε αργά, σα να μην ήθελε να τελειώσει. Είναι από εκείνες τις στιγμές που κοιτάς τον άλλον και λες: “Ναι, εδώ είμαι. Εδώ είσαι. Ας μην λέμε ψέματα, αυτό που συμβαίνει είναι σπάνιο.” Και όσο κι αν έβρεχε έξω, σε εμάς μέσα είχε μια ζέστη, άλλαζαν οι ανάσες μας τροχιά, γινόταν η πόλη μικρή, μόνο ένα δωμάτιο φωτισμένο.

Το πρωί ξύπνησα νωρίς. Εκείνη κοιμόταν ακόμα, ένα χέρι της παρατημένο πάνω στη μέση μου, το πρόσωπό της ήσυχο. Δεν ήθελα να κουνηθώ, μην ταράξω το όνειρο. Έπιασα να σκέφτομαι πως, κάποιοι άνθρωποι στην περνάνε έτσι απλά, περνάνε και φεύγουν. Αλλά εκείνη είχε μπει μέσα μου, είχε κάνει τον κόσμο μου διαφορετικό. Κι ας ήξερα μέσα μου, πως αυτά τα πράγματα καμιά φορά είναι της στιγμής. Δεν ξέρεις πώς θα κρατήσουν.

Εγώ ήθελα, εκείνη ήθελε, κι αυτό μετρούσε· όλα τ’ άλλα άστα να γίνουν όπως έρθουν. Ακόμα κι αν δεν ξέρω πού θα βγάλει, το δικό μου κομμάτι το έδωσα αληθινό.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.