Ερωτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι που γνώρισα τη Μάγδα

Δεν ξέρω από πού να αρχίσω – και κάθε φορά που το σκέφτομαι το στομάχι μου σφίγγεται, αλλά να, θα προσπαθήσω να στα πω όπως τα έζησα, έτσι απλά, χωρίς πολλά λόγια και μεγάλες κουβέντες. Γιατί αυτή η ιστορία με τη Μάγδα ήταν μια ιστορία που την κουβαλάω ακόμα – κάτι σαν μυστικό που το ξέρεις μόνο εσύ κι ο άλλος, και που αν το πεις, κάπως ξορκίζεται αλλά και ζωντανεύει.

Λοιπόν, ήτανε Αύγουστος, εκεί γύρω στη μέση του μήνα, με τη ζέστη να βαράει τα τσιμέντα. Δούλευα σ’ ένα ψιλικατζίδικο μεσημέρια-βράδια, κι έβγαζα τα βασικά. Τη Μάγδα τη γνώρισα, καθόλου ρομαντικά να φανταστείς, εκείνο το καταραμένο απόγευμα που μπήκε στο μαγαζί μ’ ένα λευκό φαρδύ πουκάμισο και κοντό τζιν σορτς, ιδρωμένη και με το κινητό κολλημένο στ’ αυτί. Στην αρχή δεν της έδωσα σημασία – τυπικός πελάτης, σκέφτηκα. Αλλά είχε εκείνη τη φωνή, που ό,τι και να έλεγε σου ‘μενε σφηνωμένο, λες και τρύπωνε στα αυτιά και σ’ έκανε να προσέχεις τα πάντα.

Ήρθε ξανά και ξανά τις επόμενες μέρες, πάντα το απόγευμα, σχεδόν την ίδια ώρα. Μια μέρα μου χαμογέλασε – ξέρεις, από αυτά τα χαμόγελα που μοιάζουν να σε ξυπνάνε. Λίγο πριν φύγει μου πέταξε στο χαλαρό: «Πώς σε λένε εσένα;» – Μαρίνος, της λέω, και γελάει. «Ωραίος». Κι έφυγε έτσι, χωρίς να πει τίποτα άλλο.

Από κείνη τη μέρα, γινόταν κάτι κάθε φορά που την έβλεπα. Μιλούσαμε όλο και περισσότερο, αστεία, τάχα σοβαρά, για βλακείες. Μου άρεσε τρελά να την ακούω να γελάει. Κι εκείνη, όταν έριχνε τα μάτια της πάνω μου μ’ εκείνο το ύφος το πειραχτικό, ένιωθα να με περνάει ρεύμα.

Είχαμε κρατήσει, με τον τρόπο μας, ένα είδος παιχνιδιού. Εκείνη πάντα με κοιτούσε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, έσκυβε τάχα να διαβάσει την τιμή στα ράφια, κι εγώ της έδινα τα ρέστα λίγο πιο αργά απ’ όσο θα έπρεπε. Ένα βράδυ, γύρω στις έντεκα, ήρθε για τσιγάρα. Δεν είχε άλλον πελάτη. Φορούσε μαύρο φόρεμα, σκισμένο στο πλάι ως πάνω απ’ το γόνατο. Με κοίταξε υπόγεια και είπε: «Μαρίνο, θα καπνίσουμε ένα τσιγάρο μαζί έξω ή έχεις δουλειά;»

Κλείδωσα το μαγαζί και βγήκαμε στο πεζοδρόμιο. Χρόνια είχα να νιώσω τέτοια ανυπομονησία – ένταση, μ’ ένα τρόπο παιδικό, γλυκό αλλά και έντονο. Καπνίζαμε σιωπηλοί κάμποση ώρα, ως που εκείνη άρχισε να μιλάει για ταινίες, για ταξίδια, για ανθρώπους που φεύγουν και που μένουν. Κάποια στιγμή, με κοίταξε στα μάτια. «Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν κάθομαι δίπλα σου νιώθω σαν να κάνουμε κάτι που δεν πρέπει… Μ’άρεσει αυτό», είπε έτσι ψιθυριστά, κοιτώντας τα παπούτσια της.

Ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου. Χωρίς να το σκεφτώ, πλησίασα. Νιώσαμε τα χέρια μας να αγγίζονται ελάχιστα, στην αρχή δήθεν τυχαία, κι ύστερα σχεδόν σφιχτά – ένα χέρι εκεί, ανάμεσα στα δάχτυλα, παλάμη-παλάμη. Έτρεμα ολόκληρος.

Δεν έγινε τίποτα το παραπάνω εκείνη τη βραδιά. Αλλά μετά, κάθε επόμενο, η ένταση μεγάλωνε. Μόνο που με το βλέμμα της μπορούσε να με κάνει να νιώθω πιο γυμνός απ’ όσο έχω υπάρξει ποτέ μου.

Μια νύχτα, γύρω στις τρεις, έκλεινα το μαγαζί και τη βρήκα να κάθεται στα σκαλάκια δίπλα, με ένα μπουκάλι κρασί και δυο πλαστικά ποτήρια. Έκανε ζέστη κι ο ιδρώτας μύριζε μαζί με το νυχτερινό γιασεμί. Κάτσαμε δίπλα-δίπλα. Έλεγε ελάχιστα, αλλά ήξερα ότι την ένιωθα ολόκληρη, λες και χτυπούσαν όλα δυνατά εκείνη τη στιγμή. Μου χαμογέλασε πάλι – όχι εκείνο το παιχνιδιάρικο χαμόγελο, αλλά ένα άλλο, ήσυχο, σαν να μου έλεγε «εδώ, τώρα».

Εκείνη με πλησίασε αυτή τη φορά πρώτη, έβαλε το χέρι της πίσω απ’ τον λαιμό μου κι απλά με φίλησε. Όχι απότομα. Μια στιγμή κράτησε όλο το σύμπαν – ήταν αυτό το πρώτο φιλί που δεν θέλεις να το ξεχάσεις ποτέ, που ανασαίνεις βαθιά και λες μέσα σου «ναι, αυτό έψαχνα καιρό». Τα χέρια της με κρατούσαν τρυφερά, αλλά και αποφασιστικά, κι εγώ ήμουν λες και είχα λιώσει.

Καθίσαμε ώρα σιωπηλοί, μερικές φορές μιλώντας ψιθυριστά, άλλες απλά αγγίζοντας ο ένας τον άλλον, όπως αγγίζεις κάτι πολύτιμο που φοβάσαι μην το χάσεις αν το σφίξεις πολύ.

Η ιστορία με τη Μάγδα κράτησε ένα φθινόπωρο κι έναν χειμώνα ολόκληρο. Δεν υποσχεθήκαμε τίποτα, δεν είπαμε μεγάλα λόγια – απλώς ζούσαμε ότι μπορούσαμε να ζήσουμε κάθε φορά. Ήταν αγκαλιές στα σκαλάκια μετά τη δουλειά, αργά βλέμματα όταν περνούσε δίπλα μου πίσω απ’ τον πάγκο, ένα χάδι στον ώμο όταν δεν μας έβλεπε κανείς, και κάθε βράδυ μια αίσθηση ότι κάτι σπουδαίο συμβαίνει, ακόμα κι αν αύριο χαθεί.

Ούτε που κατάλαβα πότε άρχισε να αραιώνει. Μια-δυο νύχτες δεν ήρθε, ύστερα μια βδομάδα, κι εγώ πήγαινα κάθε βράδυ στο ίδιο σημείο μπας και φανεί. Όταν τη συνάντησα τελικά ένα Σάββατο, μου χαμογέλασε πάλι – εκείνο το ήσυχο χαμόγελο, αλλά αυτή τη φορά είχε μια θλίψη πίσω του. Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα. Έμεινε στην αγκαλιά μου όσο χρειαζόταν, κι ύστερα χάθηκε στη νύχτα, όπως είχε έρθει.

Αυτή είναι η ιστορία μου με τη Μάγδα. Κι ακόμα, όταν βγαίνω στο πεζοδρόμιο τα μεσάνυχτα, ψάχνω ασυναίσθητα για λευκά πουκάμισα και μάτια σκοτεινά. Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μαρίνος.